ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΖΗΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

Το περιεχόμενο των παρεμβάσεων στο θέμα των εργολαβιών στο δημόσιο τομέα εξαρτάται από το πλαίσιο αρχών που επιλέγεται να υπηρετήσει, ώστε οι υιοθετούμενες αρχές να καταλήξουν στα εναλλακτικά σενάρια εφαρμογής τους και στην εξειδίκευση των συγκεκριμένων μέτρων με τα οποία θα υλοποιηθούν.
Ειδικότερα:
1. Η κατάργηση των εργολαβιών στον καθαρισμό και στην φύλαξη στους οργανισμούς και στις επιχειρήσεις του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα αποτελούν την πρώτη απάντηση απέναντι στην άποψη για τη γενικευμένη εφαρμογή των εργολαβιών σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων και των εσωτερικών τους λειτουργιών στο δημόσιο τομέα, στην ανάπτυξη των πολλαπλών ταχυτήτων εργασιακών σχέσεων στους κόλπους του και στη γενικότερη προοπτική ιδιωτικοποίησής του. Η αρχή αυτή υλοποιείται με:
α) την άμεση έκπτωση των εργολάβων στην περίπτωση των επιβεβαιωμένων καταγγελιών για παραβιάσεις, είτε συμβατικών υποχρεώσεων, είτε ιδίως της εργατικής νομοθεσίας.
β) την κατάργηση των πρακτικών προσφυγής σε εργολαβίες με τη λήξη των εργολαβικών συμβάσεων χωρίς περαιτέρω ανανεώσεις και νέες εργολαβίες.
2. Η επαναφορά σε καθεστώς εργασιακών σχέσεων δημοσίου τομέα σε συνδυασμό με την κατάργηση των εργολαβιών αποσκοπεί στην καθιέρωση της συνδυαστικής σχέσης δημόσιου συμφέροντος και περιεχομένου απασχόλησης και σε αντίθεση με πρακτικές εργολάβων, που καταστρατηγούν δικαιώματα και εκθέτουν με τη στάση τους το Δημόσιο με το οποίο συμβάλλονται. Στο πλαίσιο αυτό οι σχετικές προσλήψεις των εργαζομένων γίνονται απευθείας από τον δημόσιο φορέα, που θα τους απασχολεί. Οι προσλήψεις αυτές που γίνονται μέσω ΑΣΕΠ μπορεί να είναι:
α) είτε με καθεστώς εργασιακής σχέσης αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου ακολουθώντας το καθεστώς απασχόλησης, που ισχύει ανέκαθεν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και παρέχει μεγαλύτερες δυνατότητες ένταξης σε αυτό και του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού, που ήδη απασχολείται σε εργολαβίες.
β) είτε με καθεστώς δημοσίου δικαίου στο πλαίσιο του εναρμονισμού με τις θέσεις της ΑΔΕΔΥ για ομογενοποίηση των εργασιακών σχέσεων στο Δημόσιο και κατάργηση των ρυθμίσεων που δημιουργούν, αναπαράγουν και διαιωνίζουν τις πολλαπλές ταχύτητες εργασιακών σχέσεων σε αυτό, λύση που, όμως, θα συνεπάγεται και διακρίσεις σε βάρος μιας κατηγορίας αλλοδαπών, που ήδη απασχολούνται στις εν λόγω εργολαβικές εταιρείες.
3. Η διατήρηση της απασχόλησης των εργαζόμενων στις εργολαβικές εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες στον δημόσιο τομέα. Ο βαθμός εκπλήρωσης της αρχής αυτής εξαρτάται:
α) από την επιλογή μεταξύ των εξής δύο σεναρίων αναφορικά με το εργασιακό καθεστώς: αφενός, της σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου και αφετέρου αυτό του δημοσίου υπαλλήλου.
β) από την ιθαγένεια του εργατικού δυναμικού (έλληνες, αλλοδαποί κοινοτικοί, αλλοδαποί μη κοινοτικοί), παράγοντας που ακολουθεί την επιλογή ενός από τα προηγούμενα δύο σενάρια:
- το ελληνικό εργατικό δυναμικό συμμετέχει στο διαγωνισμό σε οποιοδήποτε σενάριο υιοθετηθεί.
- το αλλοδαπό κοινοτικό εργατικό δυναμικό συμμετέχει στο διαγωνισμό και στα δύο εναλλακτικά σενάρια, είτε χωρίς προϋποθέσεις, που απαιτούν την αλλαγή των υφιστάμενων νόμων (πχ πιστοποιητικό ελληνομάθειας), είτε με τη διατήρηση των προϋποθέσεων διάκρισης για ορισμένες κατηγορίες του.
- το αλλοδαπό μη κοινοτικό εργατικό δυναμικό, εφόσον η κοινοτική νομοθεσία, αν και δεν το ενθαρρύνει, δεν το απαγορεύει, συμμετέχει στον διαγωνισμό μόνο στο σενάριο των συμβάσεων αορίστου χρόνου και υπό την προϋπόθεση ότι αλλάζει ο νόμος για τη συμμετοχή αλλοδαπών στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και αίρονται οι σχετικές διακρίσεις.
γ) από το σύστημα μοριοδότησης που θα προκρίνεται σε σχέση με όσους συμμετέχουν σε ένα ανοικτό και όχι κλειστό και φωτογραφικό διαγωνισμό του ΑΣΕΠ που γεννά νέα προβλήματα και νέες αδικίες. Στο σύστημα μοριοδότησης θα μπορούσαν να εντάσσονται, κατ’ αρχήν:
- οι εργαζόμενοι με προϋπηρεσία στο συγκεκριμένο έργο,
- οι εργαζόμενοι σε άλλο έργο του δημοσίου γενικότερα,
- οι εργαζόμενοι στον κλάδο γενικότερα,
- οι απολυμένοι από εταιρείες που έχουν ή είχαν αναλάβει αντίστοιχο έργο στο δημόσιο.
4. Η καθιέρωση μεταβατικών διατάξεων είναι αναγκαία για την κάλυψη του χρονικού κενού, στην περίπτωση που αυτό υπάρξει και που δημιουργείται από τη λύση ή τη λήξη των εργολαβικών συμβάσεων μέχρι τη πρόσληψη προσωπικού μετά από τη ψήφιση των νομοθετικών αλλαγών.
Σε αυτό το πλαίσιο και σε προσωρινή μεταβατική φάση που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει συνολικά τα δύο χρόνια, υπάρχουν τα εξής σενάρια:
α) η πρόσληψη από το δημόσιο φορέα του προσωπικού των εργολαβικών εταιρειών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι να καλυφθεί το χρονικό κενό, λύση που αποβάλλει μεν αμέσως τους εργολάβους, αλλά διατηρεί προσωρινά την ευέλικτη εργασία στο δημόσιο, αλλά και το πρόβλημα της μη πρόσληψης των μη κοινοτικών αλλοδαπών στην περίπτωση πολιτικής βούλησης διατήρησης της απασχόλησής τους.
β) η διατήρηση των εργολαβιών για τη μεταβατική περίοδο, λύση που διατηρεί, χωρίς περιορισμούς, το σύνολο των απασχολούμενων στους εργολάβους, αλλά διατηρεί μεταβατικά τις εργολαβίες στο δημόσιο.

ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΣΟΥΝΗ
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΑΝΑΤΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΩΝ
& ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ (Π.Ε.Κ.Ο.Π.)

Σήμερα παρουσιάζοντάς σας τις συνθήκες εργασίας στον κλάδο μας αναδεικνύουμε μία μορφή ευέλικτης εργασίας χαμηλού κόστους, η οποία παρουσιάζει νομοθετικά κενά και ενισχύει την εργασιακή ανασφάλεια και την κοινωνική αβεβαιότητα. Επίσης αναδεικνύετε η πλευρά τις παράνομης ευελιξίας που αφορά την παραβίαση των διατάξεων τις εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, που στον κλάδο μας είναι πολύ υψηλή.
Οι παραβιάσεις είναι:
• Μη καταβολή νομίμων αποδοχών,
• ωράρια εργασίας,
• κοινωνική ασφάλιση,
• υγιεινή και ασφάλεια,
• συνδικαλιστικές ελευθερίες,
• βλαπτικές μεταβολές στους όρους εργασίας,
• διάφορες μορφές πιέσεων, εκβιασμών και παρενοχλήσεων.
Ιδιαίτερα έντονες είναι οι παραβιάσεις στους αλλοδαπούς εργαζόμενους οι οποίοι είναι περισσότερο ευάλωτοι, ανασφαλείς καθώς δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα και υπογράφουν όρους εργασίας που καταστρατηγούν όλα τα εργασιακά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα.
Οι μέθοδοι που ακολουθούν οι εργοδότες για την παραπλάνηση τόσο των ελεγκτικών μηχανισμών όσο και για την καταστρατήγηση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων μας είναι πολλοί και ποικίλοι.
Στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα θεωρούμαστε προσωπικό τέταρτης κατηγορίας με συνθήκες εργασίας υποδεέστερες από αυτές που ισχύουν σε οποιοδήποτε εργαζόμενο αυτής της χώρας.
Οι εταιρείες καθαρισμού που αναλαμβάνουν εργολαβικά την καθαριότητα στην χώρα μας αναπτύχθηκαν ραγδαία την τελευταία δεκαετία και έχουν ως αποτέλεσμα την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την διάδοση ευέλικτων μορφών απασχόλησης ,την ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων δημοσίου συμφέροντος.
Στον ιδιωτικό τομέα το φαινόμενο των εργολαβιών είναι ευρύτερα εκτεταμένο, τα ποσοστά καταστρατηγήσεων είναι πάρα πολύ υψηλά.
Όπως καταλαβαίνετε η αντεργατική συμπεριφορά η καταστρατήγηση όλων των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων δεν επιτρέπουν βελτίωση στο εργασιακό περιβάλλον μας γι αυτό η πρακτική της ανάθεσης του έργου σε εργολάβο πρέπει να εγκαταλειφθεί.

Παλεύουμε για ίσα δικαιώματα στην εργασία Έλληνες και Μετανάστες.
Καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Σταθερή και μόνιμη εργασία για όλους.

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ


Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι η λύση στα σοβαρά προβλήματα ανεργίας θα πρέπει να αναζητηθεί στην εξάπλωση μορφών εργασίας που αποκλίνουν από τα προβλεπόμενα στην τυπική σύμβαση εργασίας: η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι υπεργολαβική παροχή υπηρεσιών, η ενοικίαση εργαζομένων, ο μετεωρισμός των προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα, με την κρατική υποστήριξη, με την μετατροπή του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων και, συχνά, με άμεση κρατική χρηματοδότηση.
Η συστηματική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας δημιούργησε, σε μια αγορά εργασίας που δεν διέθετε ιδιαίτερα ισχυρούς θεσμικούς και εποπτικούς μηχανισμούς και ούσα εξοικειωμένη στον εργοδοτικό και κρατικό συνδικαλισμό, φαινόμενα που σήμερα κατονομάζονται ως «συνθήκες ζούγκλας». Οι «συνθήκες ζούγκλας» αποτυπώνουν την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των εργοδοτών, όχι μόνον έναντι των εργαζομένων μισθωτών, αλλά και έναντι της κοινωνίας εν συνόλω. Πρακτικά σηματοδοτούν την προσαρμογή (αυξομείωση) του χρόνου εργασίας στις ανάγκες κερδοφορίας των επιχειρήσεων, την αύξηση των ρυθμών εργασίας, την υψηλή συχνότητα των απολύσεων και την αύξηση της ανακύκλησης του εργατικού δυναμικού, την αύξηση της ανασφάλιστης εργασίας και τη μεταφορά του κόστους ασφάλισης και απόκτησης εργασιακών δεξιοτήτων στους μισθωτούς, τη στασιμότητα των πραγματικών μισθών και την αύξηση της άνισης κατανομής του εισοδήματος. Θεωρητικά σηματοδοτούν τη ρευστοποίηση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών της εργασίας, τη διαγραφή του εργασιακού τους παρελθόντος, το στιγμιαίο του παρόντος και την αβεβαιότητα του εργασιακού τους μέλλοντος.
Αν και αυτές οι εξελίξεις έχουν πλέον αποτυπωθεί στις πολλαπλές τους διαστάσεις και αν η κατανόηση ότι η συσσώρευση βαρών και κόστους προσαρμογής στη μισθωτή εργασία επέφερε δυσανάλογα αρνητικά αποτελέσματα σε σχέση με αμφισβητούμενα θετικά διευρύνεται μεταξύ των αναλυτών και της επιστημονικής κοινότητας, μια πτυχή παραμένει σχετικά αφώτιστη. Στην Ελλάδα η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων κατευθύνθηκε κυρίως προς το δημόσιο τομέα, στους δημόσιους οργανισμούς και στην τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και προς την απασχόληση στο στενό κρατικό μηχανισμό. Κατά κάποιον τρόπο, περίεργο αλλά όχι ανεξήγητο, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο έγινε συστηματικά ως αναγκαία παράκαμψη των χρονοτριβών που επέβαλε ο Νόμος Πεπονή (2004) για την επιλογή του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης!
Το Πανεπιστήμιο έχει αποτελέσει το χώρο πληθώρας πειραματισμών και εφαρμογής επισφαλών μορφών εργασίας. Η επισφάλεια της εργασίας περιλαμβάνει όλους τους τομείς δραστηριοτήτων του: το διδακτικό και το ερευνητικό έργο, το διοικητικό προσωπικό, το προσωπικό σε ευαίσθητους τομείς, όπως οι βιβλιοθήκες και τα κέντρα μηχανοργάνωσης, δικτύων και υπολογιστών, τη φύλαξη, τη συντήρηση και την καθαριότητα των χώρων. Μια πληθώρα εργαζομένων εμπλέκονται σε σχέσεις επισφαλείς, περιορισμένου χρόνου ή και ωραρίου, χαμηλών αποδοχών, οι οποίες, άλλωστε, καταβάλλονται με μεγάλη καθυστέρηση, περιορισμένων εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Από τους διδάσκοντες του ΠΔ 407/80 ως τους ενοικιαζόμενους εργαζόμενους στην καθαριότητα και από τους συμβασιούχους διοικητικούς υπαλλήλους και τους οιονεί «επαγγελματίες» που αμείβονται με μπλοκ αποδείξεων ως τη συχνά απλήρωτη εργασία των υποψήφιων διδακτόρων και μεταπτυχιακών φοιτητών.
Η εισήγησή μου αποσκοπεί να βοηθήσει να τοποθετήσουμε το πρόβλημα της εργασιακής επισφάλειας στο Πανεπιστήμιο σε σχέση με την ογκούμενη επισφάλεια του δημόσιου τομέα. Τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσουμε προέρχονται από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού και τα έτη που θα συγκριθούν είναι το 1999, 2004 και 2008. Αν και οι περίοδοι μεταξύ των ετών δεν έχουν ίση χρονική διάρκεια, η επιλογή του 2008 ως τερματικού έτους είναι αναγκαία, οφειλόμενη στη διαθεσιμότητα των στοιχείων κατά την ημέρα της παρουσίασης. Τα στοιχεία αναφέρονται στο β’ τρίμηνο του έτους (Απρίλιος – Ιούνιος), γεγονός που επιτρέπει την εκτίμηση μερικώς, τουλάχιστον, των επιπτώσεων της νέας τουριστικής περιόδου στα μεγέθη και στη σύνθεση της απασχόλησης. Για ευνόητους λόγους, η ανάλυση περιορίζεται μόνο στη μισθωτή εργασία.
Οι εξελίξεις στην απασχόληση των δημόσιων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και των υπό κρατικό έλεγχο τραπεζών αποτυπώνουν τις επιπτώσεις των ιδιωτικοποιήσεων και των επακόλουθων αναδιαρθρώσεων της απασχόλησης, οι οποίες έλαβαν, συνήθως, τη μορφή της πρόωρης συνταξιοδότησης του προσωπικού. Στον τομέα των δημόσιων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας η ραγδαία αύξηση των συμβάσεων μερικής απασχόλησης στην περίοδο 1999-2004 και των συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης στην περίοδο 2004-8 δείχνει την έκταση των μεταβολών στις εργασιακές σχέσεις σε έναν θεωρούμενο ως εργασιακά προνομιακό χώρο.
Οι εξελίξεις στην απασχόληση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις δείχνουν το αλυσιτελές των πολιτικών για την ενίσχυση της ευελιξίας στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις συγκεντρώνεται ο όγκος της μερικής και προσωρινής εργασίας, η προσπάθεια για μεγαλύτερη επέκταση αυτών των μορφών εργασίας αντιμετωπίζει περιορισμένη επιτυχία: η προσωρινή εργασία στον ιδιωτικό τομέα εμφανίζεται σταθεροποιημένη, ενώ η μερική εργασία αυξάνεται μόνο στην περίοδο 2004-8.
Οι διαχωρισμοί αυτοί μεταξύ περιόδων διακυβέρνησης και μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δεν οφείλονται τόσο σε διαφορετικές φιλοσοφίες ως προς το είδος της πολιτικής, όσο στην κοινωνική και οικονομική συγκυρία. Η περίοδος 1999-2004 είναι η περίοδος της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων και το 2004 αποτελεί το έτος τερματισμού αυτής της πολυδάπανης επιχείρησης. Όμως, θα ήταν σφάλμα να μην διακρίνουμε τα διαφορετικά ατομικά κίνητρα και συμφέροντα που προσδιορίζουν τις εξελίξεις.
Στον ιδιωτικό τομέα η πολιτική προώθησης των ευέλικτων μορφών εργασίας είναι αδιάφορη: Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας διαθέτει μια ακραία απορρυθμισμένη αγορά εργασίας, με την έννοια όχι μόνο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι επιχειρήσεις να αποκτούν εργατικό δυναμικό μέσω μιας πληθώρας εναλλακτικών εργασιακών σχέσεων (εργασία αορίστου χρόνου, μερική απασχόληση, προσωρινή εργασία, εποχική εργασία, εργασία υπό δοκιμή, ενοικιαζόμενη εργασία, συμβάσεις έργου και υπεργολαβίες), ποικίλων διευθετήσεων του χρόνου εργασίας (ωράριο απασχόλησης, υπερωρίες, χρόνος υποχρεωτικής υπερεργασίας, διευθέτηση του χρόνου εργασίας σε ευρύτερες χρονικές περιόδου, εργασία σε βάρδιες, νυκτερινή εργασία, εργασία την Κυριακή), μισθοδοτικών καθεστώτων επιδοτούμενης απασχόλησης, κλαδικών και εθνικών συμβάσεων εργασίας, κλπ., αλλά διαθέτουν ακραίες μορφές «ευελιξίας», όπως η εκτεταμένη αδήλωτη, «μαύρη» ή «γκρίζα» εργασία, με αποφυγή των υποχρεώσεων προς την κοινωνική ασφάλιση ή η απλήρωτη υπερωριακή εργασία, η οποία επίσης είναι εκτεταμένη. Η ιδιωτική αγορά εργασίας είχε όλη την ευελιξία που επιθυμούσε – και πολύ περισσότερη από όση επιθυμούσε, καθώς η αίσθηση αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων με επίκεντρο τη χρήση των δυνατών ευελιξιών υπήρξε ένα άρρητο, αλλά υπαρκτό, ζήτημα – ήδη από παράδοση στην Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις αντιμετώπισαν τις μορφές αυτές εργασίας ως αρνητικές για την αύξηση της παραγωγικότητας και ως ακυρώνουσες εμπράκτως τη βασική αρχή που διέπει την πολίτική τους ως προς το προσωπικό: τη νομιμοφροσύνη προς το πρόσωπο του ιδιοκτήτη, δηλαδή τη δημιουργία μιας άμεσης προσωπικής σχέσης, βασιζόμενης στο «φιλότιμο», αλλά και στο φόβο της απόλυσης. Υπάρχουν, άλλωστε, ενδείξεις ότι οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν «ευέλικτες» μορφές εργασίας στη διάρκεια της κρίσης, ενώ στην άνθηση της οικονομίας ενισχύονται οι σταθερές μορφές απασχόλησης.
Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που η υιοθέτηση σε μεγάλη κλίμακα των εργασιακών ανατροπών περιορίσθηκε στον στενό και ευρύ δημόσιο τομέα. Η εξέλιξη αυτή ήταν εναρμονισμένη με τις ιδεολογικές παραμέτρους των σχεδιαστών της πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, από την πλευρά των εργαζομένων, οι μορφές αυτές εργασίας ήταν ελάχιστα ελκυστικές. Αφ’ ενός η μερική απασχόληση απέχει πολύ ώστε να δημιουργεί εισοδήματα ικανά να εξασφαλίσουν την βιολογική, έστω, αναπαραγωγή του εργαζόμενου, ενώ η προσωρινή εργασία δεν είναι ελκυστική και εξ αιτίας περιορισμένων προοπτικών επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Σε κάποιο βαθμό, η απασχόληση στο δημόσιο είναι περισσότερο ελκυστική έναντι του ιδιωτικού τομέα, καθώς στα οφέλη περιλάμβανε τη, ρητή ή άρρητη, υπόσχεση μονιμότητας.
Αν και η προσωρινή απασχόληση φαίνεται να κατανέμεται εξ ίσου μεταξύ των δύο φύλων (49,7% της προσωρινής απασχόλησης το 2008 είναι γυναίκες), η μερική απασχόληση είναι κυρίως γυναικείου φύλου. Το 2008 το 71,8% των μερικώς απασχολουμένων ήταν γυναίκες. Η μερική απασχόληση στους άνδρες συγκεντρώνεται στις ηλικίες κάτω των 35 ετών και άνω των 50, ενώ στις γυναίκες συγκεντρώνεται περισσότερο και με σχετική ισότητα των κατανομών στις ηλικιακές ομάδες μεταξύ 25 και 45 ετών, δηλαδή των ώριμων εργασιακά ομάδων ηλικιών.
Σε αντίθεση με τη μερική απασχόληση, η προσωρινή εργασία εμφανίζει ηλικιακή κατανομή που φθίνει μονοτόνως και για τα δύο φύλα μετά την ηλικία των 30 ετών. Η προσωρινή εργασία φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με τη νεότητα και την έλλειψη εργασιακής εμπειρίας και φαίνεται να μετατρέπεται σε σταθερή εργασία με την ηλικίωση του ατόμου, αν και δεν πρέπει να αγνοηθεί η συγκέντρωση της προσωρινής εργασίας σε ορισμένους κλάδους. Από την άλλη, η μερική απασχόληση φαίνεται να οδηγεί σε μονιμότερη κατάσταση, είτε αυτή οφείλεται σε «παγίδα» χαμηλών εργασιακών προσόντων – χαμηλών προοπτικών απασχόλησης είτε σε επιλογή των εργαζομένων γυναικών, οι οποίες επωμίζονται τα βάρη της καθημερινής οικογενειακής ζωής.

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην
Εφημερίδα «ΕΠΟΧΗ», φύλλο 945, 18 Ιανουαρίου 2008

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
της Μαρίας Καραμεσίνη*


Η πρόσφατη εξέγερση των μαθητών προκάλεσε πολλές αναλύσεις για το υπόβαθρο
της δυσαρέσκειας, με συχνές αναφορές στα προβλήματα που οι νέοι αντιμετωπίζουν
στην αγορά εργασίας. Το «πρεκαριάτο», ένας νέος όρος που χρησιμοποιήθηκε για να
υποδηλώσει αυτούς που έχουν ασταθή απασχόληση και αβέβαιες προοπτικές
σταθερής εργασιακής ένταξης, πήρε τη θέση του δίπλα στη «γενιά των 700 ευρώ».
Ανεξαρτήτως εάν και σε ποιό βαθμό τα προβλήματα ένταξης των νέων στην αγορά
εργασίας ορθά ερμηνεύουν τα βαθύτερα αίτια της συγκεκριμένης εξέγερσης,
σίγουρα συνδέονται με τις πιέσεις που δέχονται οι μαθητές για είσοδο στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση και γενικά οι νέοι για την απόκτηση όλο και περισσότερων
πτυχίων και πιστοποιητικών γνώσεων και δεξιοτήτων, όπως επίσης και με την
ανασφάλεια που βιώνουν πριν ακόμα ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους.
Όμως, λόγω ελλείψεων στην κοινωνική έρευνα, τα προβλήματα μετάβασης των νέων
από την εκπαίδευση στην σταθερή απασχόληση έχουν μέχρι σήμερα προσεγγιστεί
μόνο σε πρώτο επίπεδο. Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι η Ελλάδα εμφανίζει το
υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ε.Ε. των 27 στις ηλικίες 15-24 ετών και τη
μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων στις ίδιες ηλικίες (διπλάσιο ποσοστό
ανεργίας στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες). Δεδομένου όμως ότι, σήμερα, οι
μισές γυναίκες ηλικίας 27 ετών και οι μισοί άνδρες ηλικίας 30 ετών ζουν ακόμα με
τους γονείς τους, η «νεότητα» στη χώρα μας διαρκεί όχι μόνο πέραν του στατιστικού
ορίου των 24 ετών αλλά για πάρα πολλούς – ιδίως νεαρούς άνδρες - ακόμα και μετά
τα 30. Η Ελλάδα μαζί με την Ιταλία, την Ισπανία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη
Σλοβενία, τη Σλοβακία, τη Λετονία και τη Λιθουανία αποτελούν την ομάδα χωρών
της Ε.Ε. των 27 με τη μεγαλύτερη καθυστέρηση ανεξαρτητοποίησης των νέων από
τους γονείς. Οι δυσκολίες εργασιακής σταθεροποίησης και επαγγελματικής
αποκατάστασης αποτελούν τη βασική, αν και όχι τη μοναδική, αιτία. Η υπερ-
προστασία των παιδιών στο πλαίσιο της οικογένειας σε συνδυασμό με τους
χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας στον κόσμο φαίνεται να είναι πλέον κοινά
χαρακτηριστικά στην ευρωπαϊκή Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τις χώρες της Βαλτικής.
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε και σχολιάζουμε στοιχεία που συχνά απουσιάζουν
από το δημόσιο διάλογο για σημαντικά χαρακτηριστικά της μετάβασης των νέων από
την εκπαίδευση στην αμειβόμενη εργασία, με σκοπό να αναδειχθούν καλύτερα οι
δυσκολίες εργασιακής τους ένταξης και επαγγελματικής τους αποκατάστασης.

Ανεργία των νέων - μη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό

Η ανεργία των νέων στη χώρα μας εμφανίστηκε μεν με την οικονομική κρίση της
δεκαετίας του 1970, αλλά οξύνθηκε με την ύφεση των ετών 1980-1983. Στις αστικές και
ημιαστικές περιοχές το ποσοστό της στις ηλικίες 15-19 ετών ανέβηκε από 4,2% το 1974
στο 28,3% το 1983 και παρέμεινε στο ίδιο επίπεδο μέχρι το τέλος της δεκαετίας του
1980. Η ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 1990, μαζί με άλλους παράγονες που θα
περιγράψουμε στη συνέχεια, πυροδότησαν εκ νέου την άνοδο της ανεργίας στους
νέους, που έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών το 1999 (31,5%).
Έκτοτε, το ποσοστό ακολούθησε σταθερή καθοδική πορεία, που είχε ως αποτέλεσμα
να πέσει στο 20,6% το β΄τρίμηνο του 2008, πριν την έναρξη της πρόσφατης κρίσης.
Από την εμφάνιση της ανεργίας των νέων στη χώρα μας κατά το δεύτερο μισό της
δεκαετίας του 1970 μέχρι σήμερα, ο βαθμός συμμετοχής τους στο εργατικό δυναμικό
έχει μειωθεί λόγω αφενός της παράτασης της διάρκειας εκπαίδευσης των νέων,
αφετέρου της μείωσης της συμμετοχής στην αγορά εργασίας αυτών που βρίσκονται
στην εκπαίδευση. Μέχρι το 2000, η μείωση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό
αφορούσε αποκλειστικά τις ηλικίες των 15-19 ετών. Από το 2000 μέχρι σήμερα αφορά
και τους νέους 20-24 ετών, των οποίων ο βαθμός συμμετοχής μειώθηκε θεαματικά.
Έτσι, παρά το δραματικό της ύψος της ανεργίας των νέων στη χώρα μας όταν αυτό
υπολογίζεται ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού και τη μεγάλη απόσταση που
χωρίζει την Ελλάδα από τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. ως προς αυτό το ποσοστό, η
ανεργία πλήττει σήμερα στη χώρας μας μόνο το 7% του συνολικού πληθυσμού 15-24
ετών, όπως ακριβώς και στις χώρες της Ε.Ε. των 15, 25 ή 27 κατά μέσο όρο.1 Κι αυτό
διότι ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των νέων ηλικίας 15-24 ετών στην Ελλάδα δεν
συμμετέχει στο εργατικό δυναμικό (69% έναντι 56% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.των 27).
Ταυτόχρονα είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ η άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου και η
συνακόλουθη μείωση της συμμετοχής των ατόμων 15-19 ετών στο εργατικό δυναμικό
συνέβαλαν στην άμβλυνση του κοινωνικού προβλήματος της ανεργίας των νέων στη
χώρα μας, όταν αυτό υπολογιστεί στο σύνολο του νεανικού πληθυσμού, καθόλου δεν
περιόρισαν τον κίνδυνο ανεργίας όσων νέων αναζητούσαν εργασία στις δεκαετίες του
1980 και 1990. Κι αυτό διότι η κρίση και η στασιμότητα της ελληνικής οικονομίας μεταξύ 1980 και 1993 και η αργή ανάκαμψή της μετά το 1993 και μέχρι το τέλος της
δεκαετίας του 1990 υπονόμευσαν το ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
Από την άλλη πλευρά, η άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου συνέβαλε στην
επιδείνωση της νεανικής ανεργίας στις ηλικίες 20-29 ετών, μέσω της αύξησης της
συμμετοχής των νεαρών γυναικών στο εργατικό δυναμικό (βλέπε πίνακα 1),
μετατόπισε τον κύριο όγκο της ανεργίας από τις ηλικίες 15-24 σ’αυτές 20-29 ετών και
μετέθεσε την έκρηξη του προβλήματος από τη δεκαετία του 1980 σε αυτήν του 1990.

Άνοδος εκπαιδευτικού επιπέδου – όλοι οι νέοι στην αγορά εργασίας μετά την
εκπαίδευση


Η θεαματική άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου του νεανικού πληθυσμού την
τελευταία εικοσαετία αποτυπώνεται ανάγλυφα στον πίνακα 2. Εντυπωσιάζουν η
μείωση των ατόμων 25-29 ετών που δεν έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική
εκπαίδευση από 38% σε 9% όπως και η αύξηση των ατόμων ίδιας ηλικίας που έχουν
τουλάχιστον τελειώσει το λύκειο από 50 σε 80% και αυτών που έχουν πτυχίο
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από 19 σε 44%.
Στα παραπάνω στοιχεία πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός ότι τα ΙΕΚ, που
ιδρύθηκαν το 1992 ως μεταλυκειακή βαθμίδα αρχικής κατάρτισης, έχουν καταστεί
βασικό κανάλι εισόδου στην αγορά εργασίας για τους κατόχους απολυτηρίου λυκείου
που δεν συνεχίζουν σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και, κατά συνέπεια,
μπορεί να εκληφθούν ως άτυπη εκπαιδευτική βαθμίδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία
πρόσφατης έρευνας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου,2 έξι χρόνια μετά την αποφοίτηση,
50% των αποφοίτων γενικού λυκείου και 20% των αποφοίτων ΤΕΕ του έτους 2001 που
δεν είχαν προχώρησει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές
τους σε δημόσιο ή ιδιωτικό ΙΕΚ. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που, σήμερα, το
86% των νέων ηλικίας 15-19 ετών είναι στην εκπαίδευση (βλέπε Πίνακα 3).
Στις ηλικίες των 20-24 ετών το αντίστοιχο ποσοστό είναι 46%, και οφείλεται στη
μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στο ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία
πρόσφατης πανελλαδικής έρευνας της Οριζόντιας Δράσης των Γραφείων
Διασύνδεσης των Πανεπιστημίων,3 η μέση καθυστέρηση ολοκλήρωσης των σπουδών
στο πανεπιστήμιο είναι 1,5 έτος ενώ η μέση ηλικία αποφοίτησης τα 24,2 έτη. Η ίδια
έρευνα έδειξε ότι 40% των αποφοίτων πανεπιστημίου κάθε έτους προχωρά στην
πραγματοποίηση μεταπτυχιακών σπουδών, γεγονός που εξηγεί, μαζί με την
καθυστερημένη ολοκλήρωση των προπτυχιακών σπουδών, το γεγονός ότι το ποσοστό
των νέων 25-29 ετών που βρίσκονται στην εκπαίδευση ανέρχεται σε 8%.
Βασικό χαρακτηριστικό των εκπαιδευόμενων νέων στην Ελλάδα είναι ότι, στη
συντριπτική τους πλειοψηφία και σε όλες τις ηλικίες, δεν συμμετέχουν στο εργατικό
δυναμικό. Τα ποσοστά μη συμμετοχής είναι τα υψηλότερα στον ΟΟΣΑ και απέχουν
αισθητά από το μέσο όρο των χωρών του (βλέπε πίνακα 4). Αντίθετα, όσοι έλληνες
νέοι 20 ετών και πάνω δεν είναι στην εκπαίδευση συμμετέχουν σε πολύ μεγάλο
βαθμό στο εργατικό δυναμικό (μεγαλύτερο κατά τι από το μέσο όρο των χωρών του
ΟΟΣΑ, πίνακας 5). Άν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι η υποχρεωτική στρατιωτική
θητεία στους άνδρες αποτελεί βασικό λόγο μη συμμετοχής ενός μεγάλου μέρους του
νεανικού πληθυσμού και ότι, για τις γυναίκες, η μέση ηλικία απόκτησης του πρώτου
παιδιού είναι τα 28 έτη, τότε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι οι νέες γενιές ανδρών και γυναικών συμμετέχουν στο σύνολό τους στην αγορά εργασίας μετά το τέλος της
εκπαίδευσης και, όταν δεν συμμετέχουν, η αιτία είναι προσωρινή.

Ανεργία, ευέλικτη απασχόληση, καθυστέρηση της μετάβασης

Έχει ειπωθεί και γραφτεί επανηλειμμένα ότι οι νέοι είναι ο κύριος φορέας των
ευέλικτων εργασιακών σχέσεων που αναπτύχθηκαν στη χώρα μας τις δύο τελευταίες
δεκαετίες. Ο πίνακας 6 αποτυπώνει τη συχνότητα εμφάνισης της προσωρινής
απασχόλησης στους μισθωτούς και πιστοποιεί του λόγου το αληθές.
Ανεργία και προσωρινή απασχόληση είναι φαινόμενα αλληλένδετα στην πορεία
μετάβασης των νέων από την εκπαίδευση στην σταθερή αμειβόμενη απασχόληση. Το
επικρατούν σχήμα αυτής της πορείας είναι τα μεγάλα διαστήματα ανεργίας κατά την
πρώτη είσοδο στην αγορά εργασίας και, στη συνέχεια, η αλλαγή εργασιών
προσωρινής διάρκειας με ή χωρίς διαστήματα ανεργίας στο ενδιάμεσο, τα οποία είναι
κατά κανόνα μικρότερα του αρχικού διαστήματος πρώτης ένταξης.
Η διάρκεια μετάβασης σε μία θέση σταθερής απασχόλησης μπορεί να διαρκέσει
πολλά χρόνια και εξηγεί, μαζί με τις χαμηλές αμοιβές, τη μακροχρόνια εξάρτηση των
νέων από τους γονείς τους. Σχετικά πρόσφατη εργασία4 με αντικείμενο την
παρακολούθηση της πορείας εργασιακής ένταξης των νέων διαφορετικών
εκπαιδευτικών επιπέδων έδειξε ότι, έξι χρόνια μετά την αποφοίτηση, ένας στους τρεις
πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ένας στους δύο αποφοίτους γυμνασίου και
δύο στους τρεις αποφοίτους λυκείου δεν έχουν βρει ακόμα σταθερή δουλειά.
Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης δεν ταυτίζονται με την προσωρινή απασχόληση
(οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης ή έργου μπορούν να είναι αορίστου χρόνου ή να
έχουν μεγάλη διάρκεια) ενώ οι επίσημες στατιστικές υποεκτιμούν την εξάπλωση τους
διότι δεν καταγράφουν τις συμβάσεις έργου (κυρίως) σε έναν εργοδότη. Η πρώτη
πανελλαδική καταγραφή του εύρους αυτών των συμβάσεων οιονεί μισθωτής εργασίας στους νέους έγινε από την προαναφερθείσα έρευνα της Οριζόντιας Δράσης
των Γραφείων Διασύνδεσης. Η έρευνα αυτή έδειξε ότι, 5-7 μετά την αποφοίτησή τους
και με μέση ηλικία τα 30 έτη, 45% των πτυχιούχων πανεπιστημίου με εξαρτημένη
σχέση εργασίας εμπλέκεται σε ευέλικτες σχέσεις απασχόλησης εκ των οποίων οι
μισές αφορούν συμβάσεις έργου σε έναν (κυρίως) εργοδότη.

Εκπαιδευτικό επίπεδο, διάρθρωση της απασχόλησης και προβλήματα ένταξης

Ένα από τα παράδοξα της ελληνικής περίπτωσης, όταν εξετάζει κανείς τα στατιστικά
στοιχεία σε διεθνή σύγκριση, είναι ότι το ποσοστό ανεργίας στις ηλικίες 20-24 και
25-29 ετών είναι υψηλότερο στους νέους με υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο απ’ότι σε
αυτούς με χαμηλότερο (βλέπε πίνακα 7). Η ίδια σχέση παρατηρείται ως προς την
προσωρινή απασχόληση στις ηλικίες 20-24 ετών, ενώ οι πτυχιούχοι πανεπιστημίου
κατέχουν τα πρωτεία αυτής της μορφής απασχόλησης στις ηλικίες 25-29 και τα
μοιράζονται με αυτούς που έχουν απολυτήριο δημοτικού ή δεν έχουν καν τελειώσει το
δημοτικό στις ηλικίες 30-34. Επίσης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι συμβάσεις
έργου είναι περισσότερο εξαπλωμένες μεταξύ των νέων που έχουν πτυχίο
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε σχέση με αυτούς χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου.
Μία εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι ότι, στις ηλικίες 20-24 και 25-29, οι
απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διανύουν τα πρώτα χρόνια εισόδου στην
αγορά εργασίας, ενώ οι νέοι με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο έχουν εισέλθει
σ’αυτήν πολλά χρόνια πριν και οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ολοκληρώσει την
εργασιακή τους ένταξη βρίσκοντας σταθερή απασχόληση. ‘Ενας δεύτερος
παράγοντας ερμηνείας είναι η διάρθρωση της απασχόλησης και η δυναμική της
(πίνακας 8). Συγκεκριμένα, η αύξηση του αριθμού των αποφοίτων της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκαετίες ήταν γρηγορότερη από την επέκταση των
ευκαιριών απασχόλησής τους σε θέσεις εργασίας ανάλογες με τις σπουδές τους.
Ελέγξαμε το τελευταίο επιχείρημα για τα πανεπιστήμια χρησιμοποιώντας στοιχεία
της ΕΣΥΕ και βρήκαμε ότι, από το 1994 έως και το 2007 αποφοίτησαν συνολικά 342
χιλιάδες πτυχιούχοι από τα πανεπιστήμια της χώρας, στους οποίους πρέπει να
προστεθούν και αυτοί που σπούδασαν στο εξωτερικό και αναγνώρισαν τα πτυχία
τους στο ίδιο διάστημα. Την ίδια περίοδο, η καθαρή αύξηση της απασχόλησης στα
επιστημονικά-καλλιτεχνικά επαγγέλματα, για τα οποία προορίζονται οι πτυχιούχοι
πανεπιστημίου ήταν 247 χιλιάδες άτομα και 82 χιλιάδες άτομα στα διευθυντικά
επαγγέλματα, στα οποία το μερίδιο των πτυχιούχων πανεπιστημίου ανήρχετο στο
μέσο της περιόδου (έτος 2000) σε 13,5% . Είναι λοιπόν εμφανής η αναντιστοιχία
μεταξύ του συνολικού αριθμού των νέων πτυχιούχων που αποφοίτησαν από τα πανεπιστήμια την περίοδο 1994-2007 και των νέων θέσεων απασχόλησης που
δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο και αντιστοιχούν στο επίπεδό τους.
Αυτός ο υπολογισμός είναι χονδρικός και ατελής, διότι δεν λαμβάνει υπόψη τις
αναντιστοιχίες στους επί μέρους επιστημονικούς κλάδους σπουδών. Η εκτεταμένη
ετεροαπασχόληση (25%) των πτυχιούχων πανεπιστημίου 5-7 έτη μετά την
αποφοίτησή τους, που κατέγραψε η έρευνα της Οριζόντιας Δράσης των Γραφείων
Διασύνδεσης των Πανεπιστημίων λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε
επιστημονικού κλάδου σπουδών, αποτελεί ακριβέστερη εκτίμηση της συνολικής
στενότητας επαγγελματικών ευκαιριών για τους πτυχιούχους πανεπιστημίου.
Ωστόσο λείπουν τα ανάλογα στοιχεία για τις επαγγελματικές ευκαιρίες και την
ετεροαπασχόληση των αποφοίτων ΤΕΙ, που θα τεκμηρίωναν το γενικό επιχείρημα.

Νέοι – ενότητα στη διαφορά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι νέοι δεν είναι όλοι ίδιοι μεταξύ τους και ότι η
εκπαίδευση αναπαράγει τις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες μέσα από την επιλογή
στα διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης και στις διαφορετικές κατευθύνσεις και
κλάδους σπουδών και την προετοιμασία των εκπαιδευόμενων για διαφορετικές
θέσεις στον (άνισο) καταμερισμό εργασίας. Είναι επίσης σαφές ότι η ταχύτητα και η
ποιότητα της εργασιακής και επαγγελματικής ένταξης μετά την αποφοίτηση
διαφέρουν ανάλογα με το εκπαιδευτικό επίπεδο, την κατεύθυνση και τον κλάδο
σπουδών, το φύλο και την κοινωνική προέλευση των αποφοίτων.
Όμως, αν και προσωρινή στη ζωή των ατόμων, η νεότητα αποτελεί και φάση ζωής
κατά την οποία διαμορφώνονται οι κοινές στάσεις, αξίες και αντιλήψεις μιας γενιάς
με βάση τις κοινές ή παρεμφερείες εμπειρίες, τα προβλήματα και τα ιστορικά
γεγονότα της εποχής της.
Υπ΄αυτήν την έννοια, παρά την προδιαγεγραμμένη διαφορετική τους κατάληξη στον
(άνισο) καταμερισμό εργασίας, τα πολύ μεγάλα προβλήματα επαγγελματικής
αποκατάστασης που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες,
και σε πολύ μεγάλο βάθος χρόνου μετά την έξοδο από το εκπαιδευτικό σύστημα και
την πρώτη είσοδό τους στην αγορά εργασίας, αποτελούν τη βάση μιας ”ενότητας στη
διαφορά”, που μπορεί να παράγει τόσο μορφές αλληλεγγύης όσο και κοινά αιτήματα
και αγώνες. Η αναμενόμενη μεγάλη άνοδος της ανεργίας των νέων τα επόμενα
χρόνια και η προεξοφλούμενη ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών εργασιακής και
επαγγελματικής τους ένταξης λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης που μόλις έχει
ξεσπάσει, αποτελούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ωρίμανση των συνειδήσεων.

Η ευελιξία συναντά την ασφάλεια

Του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Υπάρχει μια άποψη που αντιμετωπίζει τη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής με όρους σουπερμάρκετ. Η όποια κυβέρνηση μπορεί, με το καλαθάκι της, να διασχίσει το διάδρομο όπου εκδίδονται οι διάφορες επιλογές οικονομικής πολιτικής, και να επιλέξει αυτές τις αρεσκείας της – λίγο ευελιξία από τη Λισσαβόνα, λίγη ασφάλεια από την Δανία και πάει λέγοντας. Με αυτό το τρόπο κάθε χώρα μπορεί να έχει τον συνδυασμό πολιτικών που της ταιριάζει. Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι. Από τη μια μεριά έννοιες όπως η ευελιξία και ασφάλεια είναι εξαιρετικά σύνθετες, και από την άλλη το κατά πόσο μπορούν να συνδυαστούν σηκώνει πολύ κουβέντα.

Ας αρχίσουμε με την ευελιξία. Ποιο είναι το ερώτημα στο οποίο η ευελιξία είναι η απάντηση; Τα προηγούμενα χρόνια η πιο συνηθισμένη απάντηση ήταν ότι η ευελιξία είναι το κλειδί να καταλάβουμε τη σχετικά χειρότερη απόδοση των αγορών εργασίας στην Ευρώπη σε σχέση με τις ΗΠΑ. Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει μια αγορά εργασίας, με όμοιο θεσμικό πλαίσιο, αλλά πολλά μοντέλα με σημαντικές διαφοροποιήσεις όσο αφορά την ευελιξία. Επί πλέον δεν ισχύει καθόλου ότι οι χώρες με το πιο προστατευτικό περιβάλλον, και το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος, έχουν να επιδείξουν χειρότερη επίδοση σε όρους απασχόλησης ή ανεργίας.

Βέβαια είναι σχετικά εύκολο να υποστηρίξεις το αντίθετο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικά αν είσαι έτοιμος να αποδείξεις κάποια «ευελιξία» με τα στατιστικά στοιχεία. Έτσι αυτοί που πριν από λίγα χρόνια έκαναν κριτική στους Γάλλους φοιτητές, στη μάχη τους κατά το συμβόλαιο πρώτης εργασίας, τους κατηγορούσαν ότι δεν έπαιρναν σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η Γαλλία, σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει πολύ μεγαλύτερη ανεργία στους νέους. Στην ουσία όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η ανεργία μετριέται ως ποσοστού των απασχολούμενων εργαζόμενων. Με αυτό το μέτρο όντως υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανεργία στους νέους στη Γαλλία. Αλλά ο λόγος έχει να κάνει με τη γεγονός ότι οι νέοι απασχολούμενοι είναι λιγότεροι στην Γαλλία γιατί σπουδάζουν περισσότερο και δεν δουλεύουν τόσο πολύ στη διάρκεια των σπουδών τους. Δηλαδή ο παρανομαστής του δείκτη ανεργίας είναι μικρότερος στη Γαλλία και έτσι φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερο πρόβλημα – αν η σύγκριση γινόταν σε σχέση με των αριθμών των νέων ανέργων ως ποσοστό των νέων γενικώς (και όχι των εργαζόμενων νέων), οι αποδόσεις των δυο χωρών δεν διαφέρανε. Και κάποιος θα μπορούσε να προσθέσει ότι η μακροπρόθεσμη δυναμική της Γαλλικής οικονομίας ενισχύεται από το να έχει περισσότερους φοιτητές και άτομα σε προγράμματα κατάρτισης.

Γενικά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ορθόδοξων οικονομολόγων δεν έχουμε αξιόπιστες μελέτες που να αποδεικνύουν ότι η έλλειψη ευελιξίας προκαλεί μεγάλο κόστος – οι πιο πολλές μελέτες είτε δεν βρίσκουν ισχυρή σχέση μεταξύ ευελιξίας και αποτελεσματικότητας, είτε βρίσκουν ότι αυτή η σχέση είναι εξαιρετικά ασταθής με την έννοια ότι αλλάζει όταν αλλάξει η χρονική περίοδο της μελέτης, ή αν ενσωματωθούν και άλλοι παράγοντες. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να εξηγηθεί ακόμα και από τη σκοπιά της ορθόδοξης προσέγγισης. Η ευελιξία στις απολύσεις, για παράδειγμα, σημαίνει ότι σε καλούς καιρούς οι επιχειρηματίες είναι πιο έτοιμοι να προσλάβουνε προσωπικό, αλλά όταν οι καιροί αλλάξουν προς το δυσμενέστερο είναι και πιο εύκολο να απολύσουν. Η μια επίδραση εξουδετερώνει την άλλη. Συγχρόνως, η δυνατότητα να προσλάβουν φτηνό εργατικό δυναμικό επιτρέπει τις επιχειρήσεις να βγάζουν κέρδη χωρίς να ασχοληθούν με την τεχνολογική αναβάθμιση, την καινοτομία και όλους τους άλλους παράγοντες που προωθούν την απόδοση μακροπρόθεσμα.

Αλλά βέβαια ότι η ευελιξία αυξάνει τα κέρδη εξηγεί γιατί την προτιμάει το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά της αριστεράς οι αγορές εργασίας εξαρτούνται από τη σχέση του κεφαλαίου με την εργασία. Ο λόγος που η ευελιξία μπήκε τόσο δυναμικά στην ημερήσια διάταξη εξηγείται εν πολλοίς από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο συσχετισμός δύναμης έχει αλλάξει υπέρ του κεφαλαίου. Και η προτεινόμενη ασφάλεια που υποτίθεται ότι θα συμπληρώσει την ευελιξία δεν έρχεται να παρέμβει σε αυτό το συσχετισμό, δεν πρόκειται δηλαδή να δυναμώσει το χέρι των εργαζόμενων αφού δεν επηρεάζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απολύσουν εργαζόμενους. Δεν έχουν με τα προτεινόμενα μέτρα οι εργαζόμενοι περισσότερη ασφάλεια να διεκδικήσουν, για παράδειγμα, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Η ασφάλεια έρχεται να ενισχύσει τον ατομικισμό των εργαζόμενων που υποτίθεται αυτοί, και όχι το κράτος, είναι υπεύθυνοι για την απασχόληση τους. Και με αυτό τον τρόπο βέβαια ενισχύει και των ανταγωνισμό μεταξύ εργαζόμενων. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο συνδυασμός της ευελιξίας και της ασφάλειας είναι να ενισχύσει συλλογικές λύσεις. Αυτό θα ήταν εκτός του πλαισίου της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Προτεραιότητα η προστασία των ανέργων

Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΡΑΜΕΣΙΝΗ*



Τα στοιχεία για την ανεργία που ανακοινώθηκαν την περασμένη Πέμπτη διέψευσαν τις προβλέψεις ότι η μεγάλη υποχώρηση της απασχόλησης στην Ελλάδα θα γινόταν αισθητή μόνο μετά το καλοκαίρι, ως συνέπεια της πτώσης της τουριστικής δραστηριότητας.

Αν και κατά την καλοκαιρινή περίοδο η οικονομική κρίση και η ανεργία σίγουρα θα παροξυνθούν, η καθαρή υποχώρηση της απασχόλησης κατά 66.100 θέσεις, που κατέγραψε η ΕΣΥΕ μεταξύ Νοεμβρίου 2008 και Φεβρουαρίου 2009, ήταν συντριπτικά μεγαλύτερη από την αναμενόμενη, με βάση τα στοιχεία που έδινε στη δημοσιότητα μέχρι σήμερα η ΓΣΕΕ. Η τελευταία κατέγραφε πρόσφατα απώλεια 18.600 θέσεων εργασίας και 2.617 διαθεσιμότητες για διάστημα πολύ μεγαλύτερο (αρχές Νοεμβρίου 2008 - τέλος Απριλίου 2009).

Επίσης έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι η άνοδος του ποσοστού ανεργίας από 8% στο 9,1%, που διαπιστώθηκε με βάση τα ανακοινωθέντα στοιχεία της ΕΣΥΕ, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη εάν η στατιστική καταγραφή της ανεργίας δεν απέκλειε από τις τάξεις της τον μεγάλο αριθμό αποθαρρυμένων ανέργων που δεν αναζητούν εργασία με «ενεργητικό» τρόπο, αριθμός που διογκώνεται σε περίοδο οικονομικής κρίσης λόγω του περιορισμού των ευκαιριών απασχόλησης.

Ένας από τους πολλούς λόγους της μεγάλης απόστασης μεταξύ των στοιχείων της ΓΣΕΕ και της ΕΣΥΕ φαίνεται να είναι η μη συμπερίληψη από την πρώτη των αυτοαπασχολούμενων στις απώλειες των θέσεων εργασίας. Το αναφέρω διότι τείνουν να μας διαφεύγουν οι επιπτώσεις της κρίσης στις πολυπληθέστατες ατομικές και άλλες μικρές επιχειρήσεις και ιδίως στους ψευδο-αυτοαπασχολούμενους που δουλεύουν με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε επιχειρήσεις άλλων.

Ήδη πάρα πολλές μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ενώ επ' ευκαιρία ή λόγω της κρίσης, πολύ μεγάλος αριθμός εργαζόμενων με συμβάσεις έργου ή παροχής υπηρεσιών έχει απολυθεί επί τόπου και ανέξοδα από επιχειρήσεις χωρίς να έχει καν δικαίωμα αποζημίωσης για απόλυση ή επιδόματος ανεργίας.

Η πρόσβαση στα αναλυτικά στοιχεία της έρευνας της ΕΣΥΕ θα μας επιτρέψει σύντομα τη διερεύνηση των επιπτώσεων της κρίσης στην αυτοαπασχόληση, ωστόσο η άμεση πολιτική προτεραιότητα βρίσκεται στη βελτίωση του συστήματος προστασίας κατά της ανεργίας.

Με το 40% μόνο του συνόλου των ανέργων να επιδοτείται, με το επίδομα ανεργίας (σήμερα στα 454 ευρώ) να αναλογεί μόνο στο 54% του μικτού μηνιαίου μισθού του ανειδίκευτου μισθωτού και με τα εξευτελιστικά ως προς το ύψος (και γι' αυτό προσβλητικά της προσωπικής αξιοπρέπειας) βοήθηματα στους μακροχρόνια ανέργους και τους νεο-εισερχόμενους στην αγορά εργασίας 20-29 ετών, δεν είναι να απορεί κανείς που το ελληνικό σύστημα προστασίας κατά της ανεργίας είναι, μαζί με αυτό της Μεγάλης Βρετανίας, το πλέον υποτυπώδες στην πρώην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15.

Γι' αυτό και είναι υπερεπείγουσα η μεταρρύθμισή του με σκοπό την αύξηση του ύψους των επιδομάτων και την επιμήκυνση της περιόδου καταβολής τους αλλά και για την ουσιαστική προστασία των μακροχρόνια ανέργων, των οποίων η τύχη σήμερα εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα και την ευαρέστηση των υπευθύνων για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης.

Όμως, πέραν των παραπάνω γνωστών προτάσεων μεταρρύθμισης, είναι σκόπιμο να προβληματιστούμε συλλογικά για την ένταξη των συμβασιούχων έργου αλλά και αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό σε κάποιο σύστημα προστασίας κατά της ανεργίας.

Φέρνω ως παράδειγμα το Ταμείο Ανεργίας Μηχανικών, που παραμένει μέχρι σήμερα ανενεργό, αλλά ανάλογοι μηχανισμοί αναπλήρωσης του εισοδήματος για ψευδο-αυτοαπασχολούμενους μισθωτούς και για μικρο-επαγγελματίες θα μπορούσαν να συσταθούν και να λειτουργήσουν και σε άλλα επαγγέλματα με υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολούμενων.

Τέλος, το υποτυπώδες σύστημα προστασίας κατά της ανεργίας των μισθωτών και το πολύ μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων στη χώρα μας μειώνουν δραστικά τη λειτουργία των επιδομάτων ανεργίας ως αυτόματου μηχανισμού σταθεροποίησης της οικονομίας απέναντι στον κίνδυνο ανατροφοδοτούμενης ύφεσης.

Συγκεκριμένα τα επιδόματα ανεργίας στην Ελλάδα αναπληρώνουν ένα πολύ μικρό μέρος των εισοδηματικών απωλειών των ανέργων και συνεπώς αντισταθμίζουν πολύ μικρό μέρος του ελλείμματος της ζήτησης για εγχώρια προϊόντα που προκαλεί η ανεργία.

Εκτός λοιπόν από την καλύτερη εισοδηματική στήριξη των ανέργων, η μεταρρύθμιση του συστήματος προστασίας τους μπορεί να αποτελέσει και στη χώρα μας εργαλείο ανάσχεσης του κινδύνου παράτασης και εμβάθυνσης της ύφεσης και αποτροπής των καταστροφικών κοινωνικών της επιπτώσεων.

ΑΥΓΗ 17/5/2009

­* Η Μαρία Καραμεσίνη διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η κρίση μας και η κρίση τους

Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ*

Πριν ένα μήνα περίπου, στις 10 Απριλίου, έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η πρώτη από μια σειρά ημερίδων που οργανώνει η Επιστημονική Εταιρεία Κοινωνικής Πολιτικής με γενικό θέμα «Οικονομική Κρίση και Κοινωνική Πολιτική». Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν στην ημερίδα αναφερόντουσαν στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας, στην ανεργία, στην αύξηση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων και στη φτώχεια.
Με συντονιστή τον Νίκο Πετραλιά, μίλησαν ο Πάνος Τσακλόγλου, ο Χρήστος Παπαθεοδώρου και ο Γιάννης Κουζής σ' ένα ακροατήριο ικανοποιητικό σε αριθμό, παρά τις δυσχέρειες της Εταιρείας να «διαφημίσει» επαρκώς την εκδήλωση, αλλά και ζωντανό και απαιτητικό.
Σε μια σύντομη παρέμβασή μου είπα κάτι ελλειπτικά και έλαβα μια, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα απάντηση από τον Τσακλόγλου. Ας γίνω πιο συγκεκριμένος.
Υποστήριξα ότι τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, οι διεθνείς οργανισμοί, αλλά και ο ακαδημαϊκός χώρος αναφέρονται στην κρίση όταν η κερδοφορία του κεφαλαίου μειώνεται. Μιλάμε κατά καιρούς για κρίσεις του χρηματιστηρίου, μιλάμε σήμερα για την κρίση του παγκόσμιου χρηματοδοτικού συστήματος και εννοούμε τις χρηματικές απώλειες που αντιμετωπίζουν οι «παίκτες -κατά Σημίτη- επενδυτές» ή τις ζημιές τραπεζών και ασφαλειών.
Όμως, εδώ και περισσότερο από τριάντα χρόνια, ένας κρίσιμος, ίσως ο κρισιμότερος, κοινωνικός χώρος βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης: η αγορά εργασίας. Και η κρίση της αγοράς εργασίας δεν αναδεικνύεται παρά περιστασιακά μόνο και σε σχέση με την κρίση κερδοφορίας.
Η απάντηση του Τσακλόγλου υπήρξε περισσότερο σύντομη, αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Κυρίως γιατί είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο κατανοούνται τα κοινωνικά προβλήματα από τον κυρίαρχο οικονομικό νεοκλασικισμό, στη νεοφιλελεύθερη και την τρέχουσα σοσιαλδημοκρατική (;) εκδοχή του. Ο Τσακλόγλου είπε ότι η κρίση είναι ένα προσωρινό φαινόμενο και είναι παράλογο να θεωρούμε ότι κάτι είναι σε κρίση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η απάντηση του Τσακλόγλου εδράζεται πλήρως στην εμπιστοσύνη των οικονομολόγων για την ικανότητα των αγορών να διορθώνουν αυτόματα και να επανέρχονται σε ισορροπία. Οι κρίσεις οφείλονται σε εξωτερικά γεγονότα, κακές πολιτικές επιλογές, καταστροφές κ.λπ., που διαταράσσουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και προκαλούν σοκ.
Οι αγορές έχουν την ικανότητα να ενσωματώσουν το σοκ, επαναβρίσκοντας την προηγούμενη ομαλή λειτουργία. Ο ρόλος του κράτους, επομένως, έγκειται στο να επιταχύνει αυτήν την εξομάλυνση, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των οικονομικά «δρώντων υποκειμένων» στην αποτελεσματικότητα των αγορών και παραμερίζοντας τα θεσμικά εμπόδια στην απρόσκοπτή τους λειτουργία.
Επομένως, η κρίση δεν είναι παρά μια παροδική κατάσταση, ένα προσωρινό φαινόμενο, κάτι που «δεν μπορεί να διαρκεί πολύ χρόνο».
Ας διατυπώσω, λοιπόν, τις ενστάσεις μου. Πρώτον, αυτή η αντίληψη της κρίσης ταυτίζει την κρίση με τα φαινόμενά της. Όπως ο πυρετός δεν είναι η αρρώστια, έτσι και η πτώση της κερδοφορίας, η ανεργία, η διεύρυνση των ανισοτήτων, κ.λπ., δεν είναι η κρίση, αλλά οι εκδηλώσεις της κρίσης. Η κρίση οφείλεται σε οικονομικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που τη δημιουργούν και οι οποίοι δεν είναι «εξωτερικοί» προς το οικονομικό σύστημα. Η κρίση δεν οφείλεται σε τυχαία γεγονότα, κακές πολιτικές, άπληστους χρηματιστές ή εσφαλμένες εκτιμήσεις.
Η πρόσφατη κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει τις απαρχές της στην εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ των δεσμευτικών ρυθμίσεων του Μπρέτον Γούντς το 1971 και η ισχύς και αποδοχή του δολαρίου έκτοτε βασίστηκε στην πολιτική και, ιδιαίτερα, τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ, παρά στην αμφίβολη οικονομική τους ευρωστία. Το σύστημα των κυμαινομένων ισοτιμιών κατέστησε τα εθνικά νομίσματα αντικείμενο της διεθνούς κερδοσκοπίας υποσκάπτοντας μία από τις βασικότερες λειτουργίες του κράτους, δηλαδή τον έλεγχο επί του εθνικού νομίσματος.
Επομένως η έλλειψη των συμπτωμάτων δεν σημαίνει, κατ' ανάγκην, την έλλειψη του μηχανισμού κρίσης. Αλλά στην περίπτωση της αγοράς εργασίας τα συμπτώματα τα τελευταία 30 χρόνια πλεονάζουν: υψηλότατα επίπεδα ανεργίας, πολλαπλάσια από εκείνα της δεκαετίας του 1960 -εκτός αν θεωρήσουμε, όπως ορισμένοι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν, ότι τότε η αγορά εργασίας ήταν σε κρίση-, καθήλωση των μισθών, διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, εξάπλωση της φτώχειας, κοινωνική περιθωριοποίηση σημαντικών μερίδων του πληθυσμού, ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος σε βαθμό που θυμίζει 19ο αιώνα, επιμήκυνση ωραρίων, περιορισμό κοινωνικών δικαιωμάτων.
Περαιτέρω εξάπλωση της επισφαλούς εργασίας, η οποία βρίσκει αντίθετους τους εργαζόμενους, παρά τις κατά καιρούς ωραιοποιήσεις πίσω από εύηχους όρους, όπως «ευελιξία», εναρμόνιση εργασίας και οικογενειακής ζωής κ.λπ. και παρά τις εξαγγελθείσες νομοτέλειες των νέων τεχνολογιών, της παγκοσμιοποίησης και των ποικίλων και με ταχύτητα αστραπής διαδεχόμενης η μία την άλλη «νέων» κοινωνιών, ων ο αριθμός ουκ έστι.
Αν λοιπόν τα συμπτώματα είναι εκεί και εμείς δεν τα βλέπουμε ή έχουμε κάποιο βαθμό ιδεολογικής μυωπίας που εμποδίζει τη δράση της επιστημοσύνης μας ή τα βλέπουμε και τα θεωρούμε αποτελέσματα της κανονικής λειτουργίας του συστήματος, αναπόφευκτα και ασήμαντα γεγονότα, δυσάρεστα ίσως, αλλά εν τέλει αποδεκτά, υποπροϊόντα της μεγαλειώδους αναπτυξιακής διαδικασίας. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, ιδιαίτερα τους αριβίστες -και δηλώνω προς αποφυγήν κάθε παρανόησης ότι δεν εννοώ τον Τσακλόγλου-, ενώ η δαρβινική οικονομική σκέψη μόνο τους δυνατούς.
Στην κυρίαρχη αντίληψη η αγορά εργασίας που εμφανίζει αυτά τα συμπτώματα δεν είναι σε κρίση. Άλλωστε η εργασία είναι ένας απλός συντελεστής παραγωγής που αν θα χρησιμοποιηθεί και πόσο θα χρησιμοποιηθεί, σε ποιες συνθήκες, ρυθμούς και χρόνους, σε ποια τιμή, δεν αφορά τον φορέα της, τον μισθωτό, αλλά την επιχείρηση και την κερδοφορία της. Άλλωστε η αγορά εργασίας «οφείλει» να απορροφήσει το σοκ της κρίσης, επιβεβαιώνοντας, μέσω της ανεργίας, των χαμηλών μισθών και της εργασιακής ανασφάλειας, την αποκατάσταση της κερδοφορίας.
Εξακολουθώ να διδάσκω στους φοιτητές μου ότι η υποκειμενοποίηση της εργασίας στη νεοκλασική σκέψη αρνείται την ανθρώπινη υπόσταση του εργαζόμενου, τον καθιστά ένα υποκείμενο χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς όρια αντοχής, χωρίς ανάγκες. Είναι λυπηρό και επιστημονικά απαράδεκτο να πιστεύουμε ότι οι απλουστεύσεις ενός μηχανιστικού υποδείγματος αποτυπώνουν και την πραγματικότητα.
Μέσα από αυτήν την αντίληψη η κρίση ταυτίζεται με τα συμπτώματα και το μόνο σύμπτωμα που μετράει είναι η κατάσταση της κερδοφορίας. Σύμπτωμα της κρίσης του κεφαλαίου, που θεωρείται σύμπτωμα της γενικής κρίσης, καθώς το κέρδος έχει γίνει αποδεκτό ως ο μόνος μηχανισμός αξίωσης της εργασίας, αξίωσης κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος. Η κρίση του κεφαλαίου γίνεται κρίση της μισθωτής εργασίας, αλλά η κρίση της μισθωτής εργασίας δεν αφορά παρά μόνο όσους την υφίστανται. Αυστηρά και μόνο τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους.

* Ο Απόστολος Δεδουσόπουλος είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ
«ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ»
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Η συλλογική αυτή πρωτοβουλία των πανεπιστημιακών δασκάλων του δημόσιου πανεπιστημίου είναι αποτέλεσμα της κοινής αντίληψης ανθρώπων που υπηρετούν γνωστικά αντικείμενα που σχετίζονται με την αγορά εργασίας, την απασχόληση ,τις εργασιακές σχέσεις και την οικονομική και κοινωνική πολιτική και αναλύουν τους παράγοντες και τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τους όρους λειτουργίας της αγοράς εργασίας, αλλά και τα αποτελέσματα των πολιτικών που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται.
• Είναι απόρροια της κοινής διαπίστωσης ότι οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες με την ποικιλία των πολιτικών και των παραλλαγών τους που τις υπηρέτησαν στον ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, επιδείνωσαν τη θέση των εργαζομένων αυξάνοντας την κερδοφορία των επιχειρήσεων και τις εισοδηματικές ανισότητες στο πλαίσιο μιας γενικευμένης απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους και της αγοράς εργασίας.
• Είναι απόρροια της κοινής παραδοχής ότι η πρόσφατη κρίση αποτελεί την αναμενόμενη εξέλιξη της κρίσης των πολιτικών που την δημιούργησαν, και συνεπώς είναι πολλαπλά και επικίνδυνα πλέον επιζήμια, τόσο από κοινωνική όσο και από παραγωγική άποψη.
• Είναι απόρροια της ανάγκης να δηλώσουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η προτεινόμενη σήμερα πολιτική ακολουθεί την ίδια πεπατημένη καλώντας και πάλι τον κόσμο της εργασίας να επωμισθεί το μεγαλύτερο, αν όχι το συνολικό, μερίδιο του κόστους μιας κατάστασης που άλλοι επέβαλαν και εξακολουθούν να επιβάλλουν, ερήμην των κοινωνιών, και που σήμερα οι ίδιοι αξιοποιούν ως άλλοθι την κρίση για τη διατήρηση και επέκταση των κεκτημένων των οικονομικά ισχυρών.
• Είναι απόρροια της κοινής μας διαπίστωσης ότι οι κοινωνικά επιζήμιες αυτές μεταβολές συντελέσθηκαν με την ενεργό δράση του κράτους που, είτε με την πρακτική νέων «ρυθμίσεων» και «επαναρρυθμίσεων» του θεσμικού πλαισίου, είτε με την προκλητική αδιαφορία του να εφαρμόσει τους νόμους που εξακολουθούν να προστατεύουν, έστω και σε μικρό βαθμό, τους μισθωτούς, υποσκάπτει την κοινωνική συνοχή και προκαλεί την κοινωνική ένταση και βία.

Η πρωτοβουλία αυτή δεν περιορίζεται στην καταγραφή μιας ζοφερής εργασιακής και κοινωνικής πραγματικότητας και στην επισήμανση των κοινωνικών κινδύνων που εγκυμονεί η περαιτέρω υποβάθμιση της εργασίας και η διεύρυνση των ανισοτήτων που συνεπιφέρει η πολιτική μετακύλησης των βαρών και των ευθυνών του κεφαλαίου στο κοινωνικό σύνολο. Εντοπίζει, παράλληλα, την ανάγκη λήψης άμεσων και αναγκαίων μέτρων που θα βάζουν φραγμούς στις πολιτικές απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, θα καταργούν τις αντεργατικές διατάξεις της νομοθεσίας των τελευταίων 20 ετών, θα επιβάλουν μέτρα ουσιαστικής προστασίας των εργαζομένων και θα εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους, και θα δημιουργούν θεσμούς εργατικού και κοινωνικού ελέγχου απέναντι σε πρακτικές ασυδοσίας των επιχειρήσεων προκειμένου η εργασία να αντιμετωπίζεται ως ο βασικός παραγωγός του πλούτου και όχι ως απλή, και συχνά περιττή, δαπάνη.
Με δύο λόγια, η πρωτοβουλία μας αποσκοπεί να δοθεί περιεχόμενο στη συνταγματική δέσμευση για την ευθύνη του κράτους στην εξασφάλιση πλήρους και αξιοπρεπούς απασχόλησης (άρθρο 22, παρ. 1), αλλά και τη συμμόρφωση προς το άρθρο 23 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948.
Η πρωτοβουλία αυτή εμπεριέχει μια διττή συμβολική σημασία.
Πρώτον, προέρχεται από ανθρώπους της επιστήμης, ειδικούς στο αντικείμενο στο οποίο παρεμβαίνουν παρά το γεγονός ότι οι εκάστοτε εξουσίες εξακολουθούν να αγνοούν επιδεικτικά τις απόψεις τους, αρνούμενες να αποκλίνουν από ιδεολογικούς και θεωρητικούς δογματισμούς που οδηγούν σε κοινωνικά επικίνδυνους μονόδρομους.
Δεύτερον, συνδέεται με την ανάγκη ώστε να υπάρξει από τον πανεπιστημιακό χώρο μια συλλογική καταγγελία απέναντι σε πολιτικές που ασκήθηκαν και ασκούνται, και για τις οποίες ο χώρος μας φέρει σοβαρές ευθύνες για τη υιοθέτηση, τη στήριξη, την ανοχή και τη σιωπή που έχει επιδείξει .Εν προκειμένω, η πρωτοβουλία μας δεν περιορίζεται στην καταγγελία των κοινωνικά επιζήμιων και άδικων πολιτικών και πρακτικών, αλλά σκοπεύει να προχωρήσει με νηφαλιότητα, ήθος και ευθύνη, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, συλλογικότητα και αποτελεσματικότητα, στην επιστημονική μελέτη και ανάλυση των βαθύτερων αλλαγών οι οποίες συντελούνται, των επιπτώσεών τους στη ζωή των ανθρώπων και τη συνοχή των κοινωνιών, με στόχο την ανάδειξη νέων τρόπων αντίστασης και δημιουργίας.
Τέλος, η πρωτοβουλία αυτή, ξεκινώντας από τη συλλογή υπογραφών από τον χώρο του πανεπιστημίου, αποσκοπεί στην ευρύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση με την περαιτέρω συνέχιση και διεύρυνσή της, με ποικιλία εκδηλώσεων και παρεμβάσεων, χωρίς χρονικό περιορισμό και μέχρι τη λήψη αναγκαίων και ουσιαστικών μέτρων για την προστασία της εργασίας και τη δυναμική επαναφορά στη πρώτη θέση το αίτημα για ποιότητα ζωής και ανθρώπινη απελευθέρωση από την ανασφάλεια και την ανάγκη.
Είμαστε εδώ και δεν πρόκειται να σιγήσουμε.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ «ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ»

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ

«ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ»




Η πρωτοβουλία πανεπιστημιακών για τη λήψη άμεσων μέτρων στο πεδίο της αγοράς εργασίας ώστε να μην πληρώσουν οι εργαζόμενοι, ως τα συνήθη θύματα, τα αποτελέσματα της κρίσης που άλλοι δημιούργησαν,

σας καλεί


στην πρώτη εκδήλωση-συζήτηση με αντικείμενο την παρουσίαση της πρωτοβουλίας και τις εισηγητικές θεματικές παρεμβάσεις


την Τρίτη 26 Μαΐου 2009
και ώρα 12.00



στο Εργαστήριο Πολιτικής Επιστήμης
του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ξενοφώντος 4, 6ος όροφος



Θα μιλήσουν οι: Δεδουσόπουλος Απόστολος, Καυτανζόγλου Ιωάννα, Κουζής Γιάννης, Μηλιός Γιάννης, Μουδόπουλος Σταύρος.

Να μην πληρώσουν oι εργαζόμενοι την κρίση


ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ


«ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ»


Μετά από μια μακρά περίοδο γενικευμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο
ευρωπαϊκό πεδίο, η Ελλάδα είναι μια χώρα με ελλειμματικό κοινωνικό
κράτος, με συστηματικές παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας ενώ μια
σειρά αντεργατικών νόμων ή και νομοθετικών κενών αφήνει απροστάτευτη
την εργασία. Έτσι λοιπόν η επερχόμενη οικονομική κρίση όχι μόνο
βρίσκει τους εργαζόμενους σε δύσκολη θέση αλλά αποτελεί και την αφορμή
για την επιδείνωσή της. Όλη την προηγούμενη περίοδο ενώ οι
επιχειρήσεις είδαν τα κέρδη τους να εκτινάσσονται, και παρά τις
εκάστοτε κυβερνητικές υποσχέσεις για γενική ευημερία, οι κοινωνικές
ανισότητες διευρύνθηκαν επικίνδυνα. Σαν αυτό να μην συνέβη, οι
κυρίαρχοι οικονομικοί κύκλοι καλούν τους εργαζόμενους να πληρώσουν το
λογαριασμό της πολιτικής τους…
Οι εργαζόμενοι όμως είναι οι μόνοι που δεν φταίνε.
Τα αποτελέσματα των πολιτικών των προηγούμενων χρόνων φαίνονται από
τους αριθμούς με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
• 360.000 άνεργοι για το 2008 οι περισσότεροι από αυτούς μακροχρόνιοι
• 350.000 προσωρινά απασχολούμενοι
• 270.000 εργαζόμενοι με μερική απασχόληση
• 30.000 εργαζόμενοι με καθεστώς δανεισμού
• 70000 εργαζόμενοι με καθεστώς εργολαβίας
• 30.000 εργαζόμενοι σε stage
• 270.000 μισθωτοί εργαζόμενοι με μπλοκάκι
• 600.000 ανασφάλιστοι εργαζόμενοι.

Την ίδια στιγμή:
• Οι πραγματικές αμοιβές βρίσκονται στα επίπεδα του 1984.
• Το 25% των εργαζομένων λαμβάνει αμοιβές μέχρι 750 ευρώ.
• Το 14% των μισθωτών ανήκει στην κατηγορία των νεόπτωχων.
• Το 21% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας (πρώτη θέση στην ΕΕ15)
• 400.000 μισθωτοί καταφεύγουν σε δεύτερη εργασία ενώ η πλειοψηφία τους καλύπτει βασικές ανάγκες μέσω του δανεισμού με επαχθείς κατά κανόνα όρους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι εργοδότες επιβάλλουν είτε την μετατροπή
της πλήρους απασχόλησης σε μειωμένο ωράριο είτε την εκ περιτροπής
τετραήμερη και τριήμερη εργασία αξιοποιώντας αντεργατικές ρυθμίσεις
του 1990 και του 1998. Και όλα αυτά με την επίκληση «οικονομικού
περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης» στην οποία προσφεύγουν
ακόμη και αν πρόκειται για μικρή μείωση των κερδών τους μετά από μια
περίοδο μεγάλης κερδοφορίας.
Επιβάλλεται λοιπόν η λήψη μέτρων που θα βάζουν φραγμούς στη
γενικευμένη εργασιακή ανασφάλεια και φτώχεια:


• Αυστηρός έλεγχος των απολύσεων (αιτιολόγηση απολύσεων, επέκταση της προστασίας για τις ομαδικές απολύσεις για τις επιχειρήσεις κάτω των 20 εργαζόμενων).
• Καθιέρωση θεσμών εργατικού και κοινωνικού διαχειριστικού ελέγχου στις επιχειρήσεις που επικαλούνται οικονομικά προβλήματα για την επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων.
• Κατάργηση των ρυθμίσεων που επιβάλλουν βλαπτικούς όρους στους εργαζόμενους.
• Αναγνώριση και ενίσχυση των δικαιωμάτων των πιο ευάλωτων τμημάτων της μισθωτής εργασίας και ανεξάρτητα από εθνικότητα. .
• Άμεση κατάργηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης στο δημόσιο τομέα.
• Ενίσχυση των επιθεωρήσεων εργασίας με προσωπικό και αρμοδιότητες.
• Γενναία αύξηση του ύψους αλλά και επιμήκυνση καταβολής του επιδόματος ανεργίας.
• Επιβολή κοινωνικού φόρου στις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε απολύσεις λόγω αναδιαρθρώσεων.



ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ

Αγγελίδης Μανώλης,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Αρανίτου Βάλια, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Βακαλούλης Μιχάλης,Universite’ Paris 8
Βάκη Φωτεινή,Ιόνιο Πανεπιστήμιο
Βαρουφάκης Γιάννης,Πανεπιστήμο Αθηνών
Βασιλάκης Σπύρος,Οικονομικό Πανεπιστήμιο
Δεδουσόπουλος Απόστολος,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Δημητρίου Στέφανος,Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Δημουλάς Κώστας,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Δικαίος Κώστας,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Δουράκης Γιώργος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Ζαχαράτος Γεράσιμος,Πανεπιστήμιο Πατρών
Θανοπούλου Ελένη, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Θεοδωρίδης Γιώργος,Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Θεοτοκάς Γιάννης,Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Θεοτοκάς Νίκος,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Kαζάκος Αρις,Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Καλλινικάκη Θεανώ,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Καραμεσίνη Μαρία,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Καρδάσης Βασίλης,Πανεπιστήμιο Κρήτης
Καρύδης Βασίλης,Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Kαυτανζόγλου Ιωάννα,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Κεραμίδου Ιωάννα, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Κοκκινάκης Γιάννης,Πανεπιστήμιο Κρήτης
Κοταρίδης Νίκος,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Κουζέλης Γεράσιμος,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Κουζής Γιάννης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Κουντούρης Μάνος,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Κουτεντάκης Φραγκίσκος,Πανεπιστήμιο Κρήτης
Κρέτσος Λευτέρης,Coventry University
Κωνσταντακόπουλος Σταύρος,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Λαμπριανίδης Λόης,Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Λαπατσιώρας Σπύρος, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Λελεδάκης Κανάκης,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Μαλούτας Θωμάς,Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Μαρούδας Λεωνίδας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Μαρωνίτη Νίκη,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Μαυρίδης Ηρακλής,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Μηλιός Γιάννης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Μιχαηλίδης Παναγιώτης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Μιχαλάκης Ανδρέας,Πανεπιστήμιο Πατρών
Μιχαλοπούλου Καίτη,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Μουδόπουλος Σταύρος,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Μπάλιας Στάθης,Πανεπιστήμιο Πατρών
Μυλωνάκης Δημήτρης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Μωυσίδης Αντώνης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Νικολαΐδης Ευάγγελος, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Οικονομάκης Γιώργος, Πανεπιστήμιο Πατρών
Πάκος Φάνης,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Πανταζής Απόστολος,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Παπαδημητρίου Δέσποινα,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Παντελίδου Μάρω, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Παπαδοπούλου Δέσποινα,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Παπαθεοδώρου Χρίστος,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Πετμεζίδου Μαρία,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Πετράκη Γεωργία,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Πετραλιάς Νίκος,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πολίτη Τζίνα,Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Πουρνάρη Μαρία,Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Πρόκου Ελένη,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ρήγος Αλκης,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ρομπόλης Σάββας,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Σακκάς Δημήτρης,Πανεπιστήμιο Πατρών
Σερεμέτης Δημήτρης,Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Σκαμνάκης Χριστόφορος,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Σπουρδαλάκης Μιχάλης,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Σταθάκης Γιώργος, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Σταμάτης Κώστας,Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Στασινοπούλου Ολγα,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Στυλιανού Αρις,Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Σωτηρέλης Γιώργος,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Σωτηρόπουλος Δημήτρης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Τραυλός –Τζανετάτος Δημήτρης,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Τριανταφυλλίδου Αννα,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Τσακαλώτος Ευκλείδης, Οικονομικό Πανεπιστήμιο
Τσοπόγλου Σταύρος,Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Φαράκλας Γιώργος, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Φουρτούνης Γιώργος,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Φωτίου Θεανώ,Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Χασάπης Δημήτρης,Πανεπιστήμιο Αθηνών
Χριστόπουλος Δημήτρης,Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ψημμένος Ιορδάνης, Πάντειο Πανεπιστήμιο



Ενισχύουν τις πολιτικές που δημιούργησαν την κρίση

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ Γ. ΚΟΥΖΗ, ΠΟΥ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

«Ενισχύουν τις πολιτικές που δημιούργησαν την κρίση»

* Οι διατάξεις υπάρχουν από την περίοδο του ΠΑΣΟΚ και την κατάλληλη στιγμή ενεργοποιούνται
* Έχουμε το χαμηλότερο κόστος εργασίας, τη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα, την υψηλότερη ανεργία και... υπερδιπλάσια κερδοφορία κεφαλαίων!

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός


* Η εργασία είναι το κεντρικό θύμα της κρίσης. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα αυτό.

- Ήταν και πριν την εμφάνιση της κρίσης κεντρικό θύμα: του νεοφιλελευθερισμού. Των πολιτικών που θεμελίωναν την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αυτό που βλέπουμε τώρα, είναι ότι αυτοί που δημιούργησαν την κρίση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές τους τη θεωρούν και σαν ένα καλό άλλοθι να ενισχύσουν περαιτέρω αυτές τις πολιτικές!

* Σε ποιους τομείς ακριβώς;

- Στον τομέα του κόστους εργασίας, στη μείωσή του. Ήταν η αιχμή της πολιτικής αυτής, εκεί εστίαζαν. Αυτό συνεχίζεται και τώρα. Στηριζόταν στη ριζική μεταρρύθμιση των αγορών εργασίας, με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους προς όφελος της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και εκδηλωνόταν, κυρίως, με τη θέσπιση σειράς ευελιξιών στο πεδίο και στο περιεχόμενο της απασχόλησης, στο πεδίο του εργάσιμου χρόνου και στο πεδίο των αμοιβών.

* Στην περίοδο της κρίσης έχουμε μια πιο πλήρη αξιοποίηση του υπάρχοντος πλαισίου ή και ενίσχυσή του;

- Ο φόβος της ανεργίας ενισχύει την εφαρμογή αυτών των πολιτικών που διευρύνουν περαιτέρω το αίσθημα της κοινωνικής ανασφάλειας. Πρέπει να επισημάνουμε ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες διαμορφώθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο στο οποίο μπορούν να εφαρμοσθούν όλες οι πρακτικές ευελιξίας που επεδίωκε το κεφάλαιο. Στις ελληνικές συνθήκες κάποιες απ΄ αυτές είχαν μεγάλη ανάπτυξη, κάποιες έπαιζαν περιθωριακό ρόλο. Η κρίση, τώρα, αποτελεί το άλλοθι για να ενεργοποιηθούν μία σειρά από διατάξεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των προτάσεων Μίχαλου. Όταν τις διατύπωσε, κάποιοι αρμόδιοι που όφειλαν να διαφωτίσουν την κοινή γνώμη, είτε από άγνοια, είτε από υποκρισία υποστήριξαν ότι τέτοια μέτρα δεν είναι δυνατό να υιοθετηθούν στην Ελλάδα, ενώ, όπως γνωρίζουμε, εμπεριέχονται στις διατάξεις Νόμων του 1990 και του 1998. Μπορούν κάλλιστα να εφαρμόζονται. Δεν πρότεινε να θεσπισθεί κάτι καινούργιο.

* Τώρα, υπάρχει το κατάλληλο κλίμα για να εφαρμοστούν.

- Ακριβώς. Οι διατάξεις υπήρχαν και στην κατάλληλη στιγμή ενεργοποιούνται. Οι δυνάμεις του κεφαλαίου, κατ’ αρχήν, ζητούν να εφαρμοσθεί πλήρως το υπάρχον πλαίσιο. Θυμίζω, το πόσο πίεσαν διεθνείς Οργανισμοί όπως το Δ.Ν.Τ. ή η ίδια η ΕΕ να αυξηθεί στην Ελλάδα η μερική απασχόληση με το αιτιολογικό ότι ήταν πολύ χαμηλά τα ποσοστά της. Τώρα έχουν βρει το πρόσφορο έδαφος. Υπάρχει, βέβαια, πάντα το περιθώριο να ενισχυθεί το θεσμικό οπλοστάσιο της ευελιξίας. Αν δει κανείς τις διεκδικήσεις των εργοδοτικών οργανώσεων, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, θα δει ότι όλες οι ευελιξίες έχουν, με αλλεπάλληλους Νόμους, καθιερωθεί. Είναι, μεταξύ των άλλων, οι νόμοι 1892/90, 2639/98, 2874/2000, 2956/2001, 3174/2003, 3250/2004, 3383/2005, 3429/2005. Αφορούν όχι μόνο τον ιδιωτικό, αλλά και το δημόσιο τομέα.

* Η υποτονική στάση του ΠΑΣΟΚ στα όσα συμβαίνουν στον τομέα της εργασίας ή και η συμφωνία του, εξηγείται με την απαρίθμηση που έκανες. Είναι κυρίως έργο ΠΑΣΟΚ, που τώρα εφαρμόζεται.

- Δεν έχει κανένα λόγο να διαμαρτύρεται για την εφαρμογή διατάξεων που το ίδιο καθιέρωσε και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με δυσμενέστερο για τους εργαζόμενους περιεχόμενο όπως με την εκ περιτροπής εργασία σε σχέση με το αντίστοιχο πλαίσιο της μετεμφυλιοπολεμικής περιόδου του 1954. Εξ άλλου δεν φαίνεται να απομακρύνεται από τη λογική της ενίσχυσης της φθηνής και ευέλικτης εργασίας αν κρίνουμε από την πρόσφατη πρόταση Νόμου που κατέθεσε ή τις δηλώσεις κορυφαίων στελεχών του για την ελαστική απασχόληση. Οι εργοδοτικές οργανώσεις, όμως, θέτουν από καιρό υπογείως και άλλες διεκδικήσεις, όπως την απελευθέρωση των απολύσεων, ατομικών και ομαδικών. Στις ατομικές, π.χ., αν και είναι αναιτιολόγητες, θέλουν μείωση του κόστους αποζημίωσης. Στις ομαδικές, ενώ έχουν ήδη το πλεονέκτημα ότι μπορούν να τις κάνουν ελεύθερα στις επιχειρήσεις έως 20 εργαζόμενους – στο 98% δηλαδή των επιχειρήσεων στην Ελλάδα – θέλουν να αυξηθεί το όριο του 2%, δηλαδή των ελεύθερων ανά μήνα απολύσεων, στις άνω των 200 εργαζομένων.

* Υπάρχει και το ζήτημα των αμοιβών.

- Ακριβώς. Επιχειρείται να διαβρωθεί, πλήττεται σοβαρά, ο θεσμός της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Έχουν γίνει αλλεπάλληλες απόπειρες στο παρελθόν, να μην ισχύει σε περιοχές ή κλάδους με υψηλή ανεργία – αυτό είναι το άλλοθι, εξ άλλου. Να πούμε εδώ ότι σε άλλες χώρες προβλέπεται. Στην Ελλάδα αυτό το «παράθυρο» άνοιξε με το Ν. 2639/98 ο οποίος έδωσε τη δυνατότητα να μην ισχύουν οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις σε περιοχές με υψηλή ανεργία, με τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης, με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις και ακόμη με ατομικές συμβάσεις.

* Το επιχείρημα των εργοδοτών και όχι μόνο, είναι ότι τώρα οι σχετικές προτάσεις τους – π.χ., μείωση ημερών απασχόλησης, όχι αυξήσεις κτλ – αποβλέπουν στο να περισωθούν θέσεις εργασίας, όχι να αυξήσει τα κέρδη.

- Είναι ένα επιχείρημα, εν τούτοις, παλιό. Το αντιφατικό επιχείρημα, δηλαδή, ότι οι απολύσεις θα φέρουν, κάποτε, αύξηση της απασχόλησης. Το παράδοξο είναι, ότι η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο κόστος σε σχέση με τις άλλες χώρες αλλά, τη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα, την υψηλότερη ανεργία και υπερδιπλάσια κερδοφορία του κεφαλαίου έναντι των ευρωπαϊκών χωρών! Τα πράγματα, υπονομεύουν την αξιοπιστία του επιχειρήματός τους. Να σημειώσουμε, ακόμη, ότι το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τη μονομερή επιβολή διαθεσιμότητας και εκ περιτροπής εργασίας (τετραήμερη, τριήμερη απασχόληση), μια και μιλάμε για την κρίση, αναφέρεται αόριστα σε περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων. Εξισώνει μια πράγματι προβληματική επιχείρηση με μια η οποία απλώς έχει μείωση της κερδοφορίας της μετά από μια μακρά περίοδο υψηλών κερδών. Γι΄ αυτό ένα από τα αιτήματα των εργαζομένων πρέπει να είναι ο διαχειριστικός εργατικός και κοινωνικός έλεγχος. Να είναι καθαρή η εικόνα της πορείας της επιχείρησης όχι μόνο του τελευταίου έτους. Τι θα λέγαμε, π.χ. για τις επιχειρήσεις του κ. Μυλωνά;

* Το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο θέτει τα αιτήματά της η εργοδοσία σήμερα πώς κρίνεται;

- Πολύ ευνοϊκό γι’ αυτήν κατ’ αρχήν, γιατί δεν έχει ανάγκη νέων μέτρων, αν και θα της ήταν καλοδεχούμενα. Καλύπτει τις επιδιώξεις της. Ύστερα, είναι και τα μέσα ενημέρωσης που κυριαρχούνται από τη επιχειρηματολογία που αναφέρεται στη, δήθεν, αλληλεγγύη που πρέπει να επιδειχθεί από τους εργαζόμενους, στην ανάγκη νέων θυσιών κτλ.

* Σε σχέση με την κρίση του ΄29, υποστηρίζεται, οι δυνάμεις της εργασίας είναι αδύναμες. Τότε, πχ, επιβλήθηκε μια κοινωνική πολιτική, οικοδομήθηκε – εν τέλει – ένα κράτος Πρόνοιας. Το εργατικό κίνημα αντέδρασε, αναπτύχθηκε έστω και αν – στην Ευρώπη – καταστάληκε.

- Ναι. Αλλά και στην κρίση του ’29 το κοινωνικό κράτος οικοδομήθηκε, είτε με το New Deal στις ΗΠΑ, είτε τα Λαϊκά Μέτωπα στην Ευρώπη, στην πορεία, 5-6 χρόνια μετά από την εκδήλωσή της. Που σημαίνει ότι η ίδια η κρίση δημιούργησε ένα κίνημα «από τα κάτω» που έδωσε αυτούς τους καρπούς. Βεβαίως, υπήρχαν και αντίθετα φαινόμενα, παράδειγμα η Γερμανία. Το υπαινίχθηκες και εσύ.

* Αν κατάλαβα καλά, είσαι αισιόδοξος.

- Ναι, πιστεύω ότι και εδώ μπορεί να δημιουργηθεί ένα κίνημα και να επιβληθούν θετικά μέτρα. Εξ άλλου ο νεοφιλελευθερισμός, ως ιδεολογικό οικοδόμημα, χάνει σοβαρό έδαφος. Ακόμη από τους δικούς του ανθρώπους και θεσμούς προτείνονται σήμερα, σιγά – σιγά, κεϋνσιανές πολιτικές. Είναι δυνατό να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις.

* Η εργασία όμως, χρόνια τώρα, έπαψε να είναι κεντρικό σημείο στην πολιτική της Αριστεράς. Δεν επηρεάζει; Αυτό πώς αλλάζει;

- Είναι γεγονός ότι το έλλειμμα της αριστεράς έδινε πάντα έδαφος στην αντίπαλη άποψη, την κυρίαρχη ως εφαρμοσμένη πολιτική, να επιβάλλει όσα ισχύουν μέχρι σήμερα.

* Αν η Αριστερά σήμερα, στην κρίση, ήθελε να κάνει την εργασία πρώτο της μέλημα, πρέπει πρώτα να κάνει την εργασία κεντρικό φυσιογνωμικό στοιχείο.

- Αυτό είναι αυτονόητο: Ό,τι ζούμε τώρα, ήταν αποτέλεσμα της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού από τα τέλη της δεκαετίας του ’80,της υιοθέτησής του από την σοσιαλδημοκρατία, της κατάρρευσης των συλλογικών οραμάτων, της κρίσης της Αριστεράς, της κρίσης στα Συνδικάτα και πολλά άλλα ακόμη.

* Ποιους στόχους θα έπρεπε σήμερα να θέσει η Αριστερά στην κατεύθυνση της άρσης του κενού που αναφέραμε;

- Κατ΄ αρχήν, να συνδεθεί με τις κοινωνικές ομάδες που πρέπει να εκπροσωπεί. Σε ό,τι αφορά στο πεδίο της εργασίας να έλθει κοντά στις πιο αδύνατες πλευρές, τα αδύναμα στρώματα μισθωτών. Υπάρχει υστέρηση σοβαρή, εδώ. Για να μπορέσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να υπάρξει ένα κοινωνικό μέτωπο, θα λέγαμε, ένα μέτωπο εργασίας όπου παραδοσιακά και νέα τμήματα της εργατικής τάξης θα μπορέσουν να συντονιστούν σε μια κοινή πορεία. Αυτή θα ήταν μια καίριας σημασίας παρέμβαση, συμβολή της Αριστεράς. Να δει τα νέα «κοιτάσματα» της απασχόλησης, στο πεδίο της εργασίας που είναι νέοι, γυναίκες, ανειδίκευτοι, μετανάστες. Να συνδεθεί μ΄ αυτά, και να συμβάλει, ακόμη, στην ουσιαστική αντιμετώπιση του τεχνητού διαχωρισμού ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας είτε πρόκειται για παλαιούς και νέους εργαζόμενους, μετανάστες και έλληνες, εργαζόμενους σε ιδιωτικό και δημόσιο, γυναίκες και άντρες. Να αναδείξει και να αξιοποιήσει τους συνδετικούς κρίκους. Και επίσης να συμβάλλει καθοριστικά στην διεθνοποίηση των παρεμβάσεων απέναντι στη διεθνοποιημένη και συντονισμένη δράση του κεφαλαίου.

* Στον ΣΥΡΙΖΑ ως πιο μοντέρνα, ριζοσπαστική και κινηματική αριστερά, αυτό το έργο προσιδιάζει, νομίζω, περισσότερο.

- Όντως η ανάλυσή του, η κουλτούρα του είναι πιο κοντά σ΄ αυτά τα στρώματα από όλους τους άλλους. Το θέμα είναι πώς θα μπορέσει, ενώ το έχει εντοπίσει ως πρόβλημα, να έχει την ανάλογη αποτελεσματικότητα.

* Αν η κρίση σήμερα αφορά και την παραγωγή και τη διανομή και την κατανάλωση δεν θα πρέπει και οι δυνάμεις της Εργασίας να επανέλθουν σε τέτοια θέματα; Πχ, το πελώριο ζήτημα του χρόνου της εργασίας. Το 35ωρο ή το 30ωρο πλέον. Το εγκαταλείψαμε ως αίτημα. Το θέτει κάπως μόνο η Die Linke και – πολύ δειλά – ο ΣΥΡΙΖΑ.

- Σίγουρα, πρέπει να τίθενται τέτοια ζητήματα, που, ας πούμε, υπερβαίνουν τα συνδικαλιστικά, αγγίζουν τον πυρήνα του σχεδίου μας ως Αριστεράς. Αντιμετωπίστηκε, από Αριστερά και συνδικάτα, με αμυντικό τρόπο. Σήμερα, θα λέγαμε, είναι απολύτως απαραίτητο και, κρίνοντας τις κοινωνικές συνθήκες, ώριμο να τίθεται η ριζική μείωση του εργάσιμου χρόνου.

* Τα επιχειρήματα τώρα είναι πολλαπλάσια. Η κρίση δεν ξεπερνιέται αλλιώς.

- Το να έχεις σήμερα εργάσιμο χρόνο, που να αντιστοιχεί σε πολλές δεκαετίες πριν, είναι ακατανόητο, έξω από κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης. Γιατί ο παραγόμενος πλούτος απαιτεί, με βάση τα υπάρχοντα μέσα, πολύ λιγότερο χρόνο. Άλλωστε, ο αναγκαίος, σύμφωνα με το Μάρξ, χρόνος εργασίας έχει σήμερα μειωθεί εντυπωσιακά με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η Αριστερά διστάζει, γιατί προσπαθεί ακόμη να ξεφύγει από τη μακρά αμυντική της στάση. Με την ευκαιρία, να σημειώσω ότι ο – συμβατικός – ετήσιος χρόνος εργασίας στην Ελλάδα είναι κατά 130 ώρες μεγαλύτερος από το μέσο ευρωπαϊκό. Και επειδή οι αμοιβές είναι και χαμηλότερες, ένα μέρος ωθείται και σε υπερωρίες, πολυαπασχόληση. Η μείωση, όμως, πρέπει να περιλαμβάνει και τον πραγματικό χρόνο ή σωστότερα το ρυθμό της, την εντατικοποίηση. Έχουμε το αρνητικό παράδειγμα του τρόπου εφαρμογής του γαλλικού 35ωρου. Η ριζική μείωση, παράγει δύο θετικά αποτελέσματα. Το ένα είναι η αύξηση της απασχόλησης. Το άλλο, που συχνά παρακάμπτεται, είναι η αναδιανομή του πλούτου αφού διατηρούνται οι αμοιβές και ουσιαστικά αυξάνονται.

* Αυτό είναι το δεύτερο θέμα που έπρεπε – και εν μέσω κρίσης – να θέτει η Αριστερά. Το τρίτο όμως, πιο διαρθρωτικό, είναι η αλλαγή του νυν καταναλωτικού προτύπου μας. Συνυπάρχει η φτώχεια με τη σπατάλη.

- Το καταναλωτικό πρότυπο που ζούμε, εκτός των άλλων αρνητικών, ωθεί μεγάλες κατηγορίες σε επιμήκυνση των ωρών απασχόλησής τους για ανάγκες που κατά ένα μέρος είναι πλασματικές. Διότι, σ’ αυτό μας ωθούν και πραγματικές ανάγκες που απορρέουν, όμως, από το ισχνό και υποβαθμισμένου κοινωνικού μας κράτους. Σε κάθε, όμως, περίπτωση μειώνεται ο ελεύθερος χρόνος και υποβαθμίζεται η ποιότητα ζωής.

* Να και το τέταρτο θέμα όπου πρέπει, ιδίως εν μέσω κρίσης, να επιμένουμε: η αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους.

- Άκρως απαραίτητο γι΄ αυτό που λες αλλά και γιατί προσφέρει και νέες θέσεις απασχόλησης, αφού υπάρχει μεγάλο περιθώριο για την ανάπτυξη αναγκαίων παραγωγικών δημόσιων υποδομών.

---
* Ο Γιάννης Κουζής είναι αναπλ. καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Έντεκα μύθοι που καταρρίπτονται

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΩΜΑΝΙΑ*


Σε δηλώσεις του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος είχε την έμπνευση να επισημάνει, τρομοκρατώντας τους Έλληνες πολίτες, ότι, αν δεν σπεύσουμε να μειώσουμε τις συντάξεις, να αυξήσουμε τις εισφορές και να επιμηκύνουμε την ηλικία συνταξιοδότησης, η βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης καθίσταται επισφαλής και συνεπώς, η καταβολή των συντάξεων αβέβαιη.

Με δεδομένο, όμως, ότι εγγυητής για την καταβολή της δημόσιας σύνταξης είναι το κράτος (συντ. άρθρα 22 παρ. 5 και 25), παράλειψη καταβολής των συντάξεων προϋποθέτει την κατάρρευση του ίδιου του κράτους, η απειλή του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επιχειρεί να αναδείξει ως αλήθεια ένα μύθο.

Στο χώρο, πράγματι, της κοινωνικής ασφάλισης, η προσέγγιση των ζητημάτων, μέσω της κατασκευής και διασποράς μύθων, συνιστά μεθοδευμένη και επίμονη προσπάθεια και διαδικασία υποδαύλισης της κοινωνικής ανασφάλειας και αβεβαιότητας, με τελική στόχευση τη διαβουκόληση της κοινωνίας στο σύνολό της και των πολιτών κατ' ιδίαν, ώστε να καμφθούν ή ελαχιστοποιηθούν οι κοινωνικές αντιστάσεις και να προωθηθούν, ανεμπόδιστα, οι εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές.

Μιλώντας τη γλώσσα των μύθων, αποδεχόμαστε τη γλώσσα της ανεστραμμένης πραγματικότητας. Η γλώσσα των μύθων οδηγεί σε επιχειρήματα που μουδιάζουν το μυαλό - ο ασφαλισμένος και ο συνταξιούχος κατατρομοκρατημένοι για τα επαπειλούμενα δεινά αδυνατούν να σκεφθούν και να αντεπιχειρηματολογήσουν.

Στους μύθους που αναφέρονται στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής και ειδικότερα της κοινωνικής ασφάλισης και έχουν προβληθεί, μέχρι σήμερα, στη χώρα μας, περιλαμβάνονται και οι εξής (ενδεικτική απαρίθμηση):

1. Ο πρώτος μύθος επιχειρεί να νοθεύσει την ίδια την έννοια της κοινωνικής ασφάλισης και να εντάξει στο πλαίσιό της θεσμούς και μέτρα πολιτικής που δεν έχουν εννοιολογική συνάφεια μαζί της. Ο μύθος αυτός παραβιάζει τη ρύθμιση της ΔΣΕ 102/1952 και επιδιώκει να κατατάξει στην κοινωνική ασφάλιση και όσους οργανισμούς εισφοροδοτούνται από το κράτος ή τους εργοδότες.

2. Στην κοινωνική ασφάλιση δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη λύση: όλες οι λύσεις έχουν μεσοπρόθεσμη ή ακόμη και βραχυπρόθεσμη στόχευση. Το Ασφαλιστικό θα αναδύεται συνεχώς: όποια λύση κι αν επιλέγεται κατά καιρούς, το πιθανότερο είναι αυτή να ανατρέπεται, στη ροή του χρόνου, από τις εξελίξεις. Το θέμα θα επανέρχεται συνεχώς: οι επιλογές είναι προεχόντως πολιτικές και κοινωνικές και η οπτική των εκάστοτε κυβερνήσεων μπορεί να διαφέρει ουσιωδώς. Το μαθηματικό, αναλογιστικό, υπολογιστικό σκέλος δεν μπορεί να προέχει και να ακυρώνει την αντίστοιχη πολιτική οπτική.

3. Η δημογραφική πίεση είναι μελλοντική απειλή και όχι αιτία της σημερινής κρίσης.

4. Ο μύθος περί της αδιαμφισβήτητης αξιοπιστίας των αναλογιστικών μελετών. Καμιά αναλογιστική μελέτη δεν επαληθεύεται, πλήρως, στην πράξη - ο πολύ μεγάλος αριθμός των μεταβλητών στις οποίες στηρίζονται τα συμπεράσματα της μελέτης αποκλείει την επαλήθευσή της, αφού αυτή προϋποθέτει την επαλήθευση του συνόλου των μεταβλητών, εσω-ασφαλιστικών και εξω-ασφαλιστικών. Οι μελέτες, όμως, είναι χρήσιμες, επειδή μας δείχνουν την τάση, τις διαγραφόμενες προοπτικές, εάν δεν παρέμβουμε και δεν τροποποιήσουμε τις ισχύουσες, κατά το χρόνο διεξαγωγής της μελέτης, συνθήκες και ρυθμίσεις.

5. Δαπάνες για δημόσιες συντάξεις: υψηλή παρα-οικονομία και μειωμένο έναντι του πραγματικού ΑΕΠ ως βάση υπολογισμού εμφανίζουν το ποσοστό (x %) του ΑΕΠ που διατίθεται για δημόσιες συντάξεις ως πολύ μεγαλύτερο του πραγματικού.

6. Ο μύθος ότι με την αύξηση των γενικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης επηρεάζονται και οι ατομικές αποφάσεις αποχώρησης από την υπηρεσία με ανάλογη επιβράδυνση. Αντιθέτως, σε κάθε 2 χρόνια αύξησης της γενικής ηλικίας συνταξιοδότησης, έχουμε 2 μήνες επιβράδυνσης των ατομικών συνταξιοδοτήσεων.

7. Η μυθολογία τοποθετεί το πρόβλημα του ελληνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης στο σκέλος των παροχών. Γι' αυτό και χαρακτηρίζει το ελληνικό ΣΚΑ ως γενναιόδωρο. Έχει μετρηθεί, όμως, ότι το πραγματικό πρόβλημα του ελληνικού ΣΚΑ δεν βρίσκεται στο σκέλος των παροχών αλλά στο σκέλος των εσόδων. Η χρηματοδότηση του ελληνικού ΣΚΑ είναι ελλιπής και ανεπαρκής.

8. Αποτελεί μύθο ότι ο βαθμός ανταγωνιστικότητας μιας εθνικής οικονομίας συναρτάται και εξαρτάται από το ύψος των κοινωνικών δαπανών του αντίστοιχου κρατικού προϋπολογισμού. Πράγματι, ο ισχυρισμός αυτός αδυνατεί, απολύτως, να εξηγήσει το γιατί χώρες με πολύ υψηλότερες, σε σχέση με την Ελλάδα, εκταμιεύσεις του προϋπολογισμού τους για κοινωνικές δαπάνες παρουσιάζουν μέχρι και υπερδιπλάσια, έναντι της ελληνικής, επίδοση διεθνούς ανταγωνιστικότητας της εθνικής τους οικονομίας (Φινλανδία, Ολλανδία, Γερμανία, Σουηδία, Γαλλία, Αυστρία, Ισπανία κ.λπ.).

9. Συναφής με τον προηγούμενο είναι και ο μύθος που υποστηρίζει ότι θα πρέπει πρώτα να δυναμώσουμε την οικονομία για να μπορούμε να ασκήσουμε μετά αποτελεσματικότερη κοινωνική πολιτική. Όμως, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μετά την ενίσχυση της οικονομίας, θα ακολουθήσει, αναποδράστως, κοινωνικότερη πολιτική. Το πλεόνασμα θα πάει εκεί όπου επιτρέπει ο εκάστοτε συσχετισμός δυνάμεων.

10. Μέγας και ο μύθος ότι με την ψήφιση ενός νόμου λύεται το αντίστοιχο πρόβλημα. Στη χώρα μας, οι νόμοι ψηφίζονται αλλά δεν εφαρμόζονται.

11. Μύθος ότι η αύξηση της φορολογίας επιβαρύνει το σύνολο των πολιτών (όλους τους πολίτες - άρα και τους χαμηλόμισθους). Αυτό ισχύει μόνο στα άδικα φορολογικά συστήματα. Συνεπώς, με την προβολή του μύθου αυτού, αποπροσανατολιζόμαστε από το κύριο πρόβλημα που συνίσταται στην αποκατάσταση των αρχών της δικαιοσύνης στο συγκεκριμένο άδικο φορολογικό σύστημα.

*Επιστημονικός σύμβούλος ΙΝΕ-ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

Στην πράξη, το Σύμφωνο Σταθερότητας παραβιάζεται από όλους

Κώστας Βεργόπουλος

Συνέντευξη στην Ελένη Τσερετζόλε



"Τα τελευταία 30 χρόνια, οι ροές αυξήθηκαν, μειώθηκαν, τι έμεινε τελικά; Μόνο η Κίνα ανεβαίνει! Δηλαδή η Κίνα, σε ό,τι αφορά στον σχηματισμό πραγματικού κεφαλαίου, έχει γίνει δεύτερη δύναμη στον κόσμο.

Ενώ στις ΗΠΑ αυτός ο σχηματισμός είναι είτε μηδενικός είτε αρνητικός, η Κίνα είναι στο 45% του ΑΕΠ τον χρόνο! Η Κίνα και η ασιατική περιοχή που έχει συναλλαγές με την Κίνα. Και αυτό δεν είναι θρίαμβος ούτε του φιλελευθερισμού ούτε του καπιταλισμού ούτε του μονεταρισμού ούτε της ελευθερίας των αγορών. Διότι εκεί είναι όλα κατευθυνόμενα από το κράτος. Πρόκειται για τον θρίαμβο ενός υβριδικού συστήματος που απέχει πολύ από το να αποτελεί πρότυπο για τον κόσμο".



* Η κρίση που βιώνουμε είναι συγκυριακή ή συστημική;


Το πρόβλημα δεν αφορούσε αποκλειστικά τη Λήμαν Μπράδερς – αυτή μεν κατέρρευσε, αλλά μετά έκλεισαν και οι υπόλοιπες επενδυτικές τράπεζες. Ήσαν πέντε και έκλεισαν και οι πέντε. Το πρόβλημα ήταν λοιπόν με τις επενδυτικές τράπεζες, που ήσαν η αιτία που πυροδότησε την κρίση, λόγω της κερδοσκοπίας που έκαναν. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο συστημικό, είναι διαρθρωτικό. Δηλαδή οι ΗΠΑ έχουν αυτή τη στιγμή καταχρεωθεί έναντι της ανατολικής Ασίας. Αυτό οδηγεί στο να υπάρχουν τεράστια χρέη, τέσσερις φορές το αμερικανικό εθνικό εισόδημα, το ίδιο ισχύει για τη Βρετανία, και μάλιστα περισσότερο ισχύει για τον ιδιωτικό τομέα παρά για τον δημόσιο. Οι επιχειρήσεις χρωστάνε τεράστια ποσά στην Κίνα. Αλλά δεν έχουν εισόδημα τέτοιο που να τους επιτρέψει να πληρώνουν τα χρέη τους. Οδηγούμαστε έτσι σε αδιέξοδο.

* Μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η κρίση; Είναι επανιδρύσιμος ο καπιταλισμός, όπως λέει ο Σαρκοζί;

Ο καπιταλισμός είναι μια γενική έννοια. Το θέμα είναι ότι το συγκεκριμένο μοντέλο, το αγγλοσαξωνικό, το νεοφιλελεύθερο, το μονεταριστικό, έχει χρεοκοπήσει. Δηλαδή αν σωθεί, αυτό θα γίνει με μετάβαση σε άλλο σύστημα, μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Δεν τίθεται το ερώτημα σήμερα για καπιταλισμό ή σοσιαλισμό, μπορεί να τεθεί αύριο.

* Δεν πηγαίνουμε δηλαδή σε νέο παράδειγμα;

Νέο παράδειγμα οικονομικό, μετά-φιλελεύθερο, ναι. Το οποίο σημαίνει περισσότερο κράτος, περισσότερη ρύθμιση, λιγότερη ασυδοσία. Αν αυτό καταλήξει να στραφεί σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, δεν το γνωρίζουμε. Δεν αποκλείεται.

Δεν αμφισβητείται από κανέναν, αλλά παραβιάζεται από όλους. Η Γαλλία, όπου ετέθη θέμα το έλλειμμα να μην περάσει το 3%, χθες ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό έλλειμμα πάνω από 5% και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Το Σύμφωνο λοιπόν δεν αμφισβητείται στα λόγια, αλλά στην πράξη… Μόνο στην Ελλάδα ξέρουν να φωνάζουν. Το ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έλαβαν μέτρα για την Ανατολική Ευρώπη μπορεί να αποδειχθεί πραγματικά μοιραίο. Ήταν σφάλμα να δηλώσουν ότι θα εξετάσουν μεμονωμένα την κάθε χώρα, την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Γιατί αυτό αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο συνολικής κατάρρευσης. Αν αντιθέτως εγγυώνταν ότι θα τις στηρίξουν, αυτό θα συνιστούσε χειρονομία αποτρεπτική. Το σφάλμα αυτό μπορεί να είναι το μοιραίο σφάλμα, όπως έγινε το 1933 στη Διάσκεψη του Λονδίνου, όταν αρνήθηκαν να πάρουν συντονισμένα μέτρα και βάθυνε αντί να υποχωρήσει η κρίση. Μάλιστα ο Ρούζβελτ είχε αρνηθεί να μετάσχει για να μην δεχθούν οι ΗΠΑ να πάρουν συντονισμένα μέτρα. Και το αποτέλεσμα ήταν η περαιτέρω καταβαράθρωση της οικονομίας.


* Συμφωνείτε με εκείνους που φοβούνται ότι η κατάσταση θα λυθεί με κάποιο πόλεμο;

Είναι ένα ενδεχόμενο. Επειδή δεν υπάρχουν λύσεις, μπορεί να επικρατήσει η τρέλα. Και όχι με μια εν ψυχρώ λογική, αλλά με μικροεπεισόδια. Το ένα φέρνει το άλλο και υπάρχει κλιμάκωση. Θα σας πω ένα χαρακτηριστικό: περιμένουν όλοι από την Κίνα, να κάνει σχέδιο διάσωσης της οικονομίας για να αναπνεύσουν οι άλλες χώρες. Και η Κίνα για να κάνει το σχέδιο αυτό, διπλασιάζει τις στρατιωτικές της δαπάνες! Και όλοι γνωρίζουν ενάντια σε ποιους θα στραφούν και χαίρονται και χειροκροτούν το γεγονός ότι η διάσωση αυτή περνά μέσα από την αύξηση των στρατιωτικών της δαπανών! Το γεγονός θυμίζει αυτό που έλεγε ο Μαρξ: ότι οι επίσκοποι της Καθολικής εκκλησίας συνήλθαν σε κογκλάβιο και παρακαλούσαν τον διάβολο αυτοπροσώπως να έλθει να σώσει την εκκλησία του Θεού!
Είναι σχεδόν βέβαιο. Και όλων αυτών προΐσταται ο Γκρίνσπαν. Άλλωστε το ζητούν οι Ρεπουμπλικάνοι, που αντιτίθενται στις άλλες εθνικοποιήσεις, ωστόσο τις τραπεζικές τις θέλουν.

* Όμως ο πρόεδρος Ομπάμα πρόσφατα απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό…

Αλλά ο Ρουμπίνι είπε ότι θα γίνει σε έξι μήνες. Και μάλιστα συνολικά, θα εθνικοποιηθεί όλος ο τομέας. Και όταν το κάνουν οι ΗΠΑ, θα ακολουθήσουν η Βρετανία και η υπόλοιπη Ευρώπη. Θα το κάνει και η Ελλάδα. Αυτή δεν θα είναι η λύση. Απλώς η εθνικοποίηση του τραπεζικού τομέα αποτρέπει τη δυνατότητα να κερδοσκοπεί αυτός σε βάρος της οικονομίας και αποτρέπεται έτσι επιδείνωση της κρίσης. Η λύση θα έπρεπε να είναι άλλη: να τονωθεί η αγορά, για να ζητάει πιστώσεις. Να δοθούν χρήματα στους χαμηλόμισθους, στους ανέργους, να προσληφθούν άνεργοι κ.ά. Αυτοί δαπανούν και έτσι τονώνεται η αγορά. Και έτσι θα ζητήσουν και οι επιχειρήσεις πιστώσεις. Διότι σήμερα, ακόμη κι αν έχουμε υγιή τραπεζικό τομέα, έστω κι αν είναι κρατικός, αν δεν τραβάει η αγορά πιστώσεις, ποια η χρησιμότητα;

* Και οι φωνές κατά του προστατευτισμού που ακούγονται και ακούστηκαν και κατά του Σαρκοζί;

Καταρχήν ο περίφημος προστατευτισμός, για τον οποίο συζητάμε αν θα υπάρξει, υπάρχει ήδη παντού. Είναι γελοίο να συζητάμε αν θα υπάρξει κάτι που ήδη υπάρχει! Ο Ρουμπίνι γράφει σήμερα ότι ήδη υπάρχει προστατευτισμός στα εμπορεύματα, στον χρηματοπιστωτικό τομέα κ.α. Και ο προστατευτισμός προλαμβάνει την επιδείνωση της κρίσης. Ο προστατευτισμός υπάρχει και θα υπάρχει για τη διάσωση των θέσεων εργασίας. Διότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αφήσει να επεκτείνεται η ανεργία.

* Βρισκόμαστε δηλαδή σε μια φάση που ο κύκλος της παγκοσμιοποίησης συρρικνώνεται, όπως είχε γίνει στις αρχές του 20ού αιώνα…

Μα έχει εκμηδενιστεί. Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς έγραψαν ότι έχουν πάψει πλέον οι διεθνείς επενδύσεις. Οι ροές κεφαλαίου έχουν καταρρεύσει. Το διεθνές εμπόριο μειώνεται αντί να αυξάνεται.

* Ωστόσο γιατί οι ιδέες προέρχονται από τα δεξιά του πολιτικού φάσματος;

Η αριστερά δεν ήταν τόσο αριστερά όσο φανταζόταν ότι είναι. Είναι η αριστερά του συστήματος και δεν μπορεί να μιλήσει με αριστερό λόγο. Εξαίρεση είναι ο Συνασπισμός, που έχει ανοιχθεί στα κινήματα.